Αποχαιρετισμός στον στρατηγό Βασίλη Τζίγκο, Δήμαρχο Φιλιατών
Με βαθιά οδύνη η κοινωνία της Θεσπρωτίας αποχαιρετά τον Βασίλη Τζίγκο, έναν άνθρωπο που υπηρέτησε την πατρίδα και τον τόπο του με καρδιά και ψυχή. Ο εκλιπών διετέλεσε Δήμαρχος Φιλιατών από το 2024 εώς σήμερα, ενώ προηγουμένως είχε μια μακρά και ένδοξη πορεία στην Ελληνική Αστυνομία φτάνοντας στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας.
Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη σε όλους μας. Ως δημοσιογράφος που είχα την τιμή να τον γνωρίσω προσωπικά, νιώθω την ανάγκη να γράψω αυτό τα άρθρο σε πρώτο πρόσωπο, αποτυπώνοντας τόσο την επαγγελματική όσο και την ανθρώπινη διαδρομή του Βασίλη Τζίγκου.
Από την Πόβλα στην κορυφή της ΕΛ.ΑΣ.
Ο Βασίλης Τζίγκος γεννήθηκε στο μικρό χωριό Αμπελώνας (Πόβλα) Φιλιατών Θεσπρωτίας, εκεί όπου έμαθε τις πρώτες αξίες της ζωής. Ολοκλήρωσε το Δημοτικό στο χωριό του και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Φιλιατών. Οι ρίζες του στην ακριτική αυτή γωνιά της πατρίδας μας σημάδεψαν τον χαρακτήρα του: αγάπη για τον τόπο, ταπεινότητα και διάθεση προσφοράς.
Η θέλησή του να υπηρετήσει την πατρίδα εκδηλώθηκε νωρίς.
Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, δείχνοντας από νεαρή ηλικία πειθαρχία και ηγετικές ικανότητες.
Το 1980 έκανε το μεγάλο βήμα και κατατάχθηκε στην Ελληνική Αστυνομία, στο Σώμα της τότε Αστυνομίας Πόλεων.
Ως νεαρός αστυνομικός υπηρέτησε αρχικά σε μάχιμες υπηρεσίες της Αθήνας, όπως στο Δ’ Αστυνομικό Τμήμα Αθηνών, στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας Αθηνών και στην Τροχαία Καισαριανής. Δεν δίστασε να εργαστεί σκληρά στους δρόμους της πρωτεύουσας, κερδίζοντας πολύτιμες εμπειρίες και την εκτίμηση συναδέλφων και πολιτών.
Η δίψα του για γνώση και εξέλιξη τον οδήγησε να δώσει εξετάσεις το 1983, οπότε εισήχθη στη Σχολή Αρχιφυλάκων. Μετά την αποφοίτησή του, υπηρέτησε στις Μονάδες Αποκατάστασης Τάξης (ΜΑΤ) καθώς και στην Υπηρεσία Προστασίας Επισήμων Προσώπων, φρουρώντας με υπευθυνότητα υψηλά πρόσωπα. Το 1986, επιδεικνύοντας ξανά αφοσίωση, πέτυχε την εισαγωγή του στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας.
Αποφοίτησε το 1989 και στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα αξιωματικού σε υπηρεσίες της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσπρωτίας, καθώς και της Α.Δ. Κέρκυρας. Η επιστροφή του στη γενέτειρά του ως αξιωματικός δεν ήταν απλώς μια μετάθεση αλλά ένα ανεκτίμητο δώρο για την τοπική κοινωνία, που κέρδισε πίσω ένα δικό της παιδί σε θέση ευθύνης.
Ο Βασίλης υπήρξε αφοσιωμένος μαθητής του επαγγέλματός του. Δεν επαναπαύθηκε ποτέ. Εκπαιδεύτηκε διαρκώς, ακόμη και στο εξωτερικό. Το 2001 βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για ειδίκευση στη Διαχείριση Κρίσεων Ομηρίας, ενώ το 2003 εκπαιδεύτηκε σε ζητήματα Περιπολίας Συνόρων. Ήταν ανήσυχο πνεύμα. Παρακολουθούσε σεμινάρια και ενημερωνόταν πάνω σε κάθε θέμα αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Η επαγγελματική ανέλιξη του Βασίλη Τζίγκου στην ΕΛ.ΑΣ. υπήρξε σταθερά ανοδική, αντανακλώντας το κύρος και τις ικανότητές του. Το 2011 προήχθη σε βαθμό Αστυνομικού Διευθυντή και τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Τροχαίας Αττικής, αναλαμβάνοντας σημαντικές ευθύνες στη μεγαλύτερη αστυνομική διεύθυνση της χώρας. Δεν πέρασαν παρά δύο χρόνια όταν, χάρη στις ηγετικές του αρετές, κλήθηκε να υπηρετήσει ως Βοηθός του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή Αττικής – ουσιαστικά το δεξί χέρι του επικεφαλής της ΕΛ.ΑΣ. στην πρωτεύουσα.
Το 2014 έφτασε στο βαθμό του Ταξιάρχου και ανέλαβε μια θέση ορόσημο, αφού έγινε Διοικητής της Άμεσης Δράσης Αττικής, της υπηρεσίας άμεσης επέμβασης που αποτελεί την αιχμή του δόρατος στην αστυνόμευση της Αθήνας. Η θητεία του ως Διοικητής της Άμεσης Δράσης υπήρξε «σημείο αναφοράς» για το Σώμα, σε μια δύσκολη περίοδο όπου οι ελλείψεις προσωπικού και μέσων δοκίμαζαν τις αντοχές της υπηρεσίας. Οι συνάδελφοί του μνημονεύουν μέχρι σήμερα πως ο Τζίγκος ήταν από τους ελάχιστους ηγήτορες που κατάφερναν, με πείσμα και ευρηματικότητα, να κρατούν την υπηρεσία όρθια και αποτελεσματική παρά τις αντιξοότητες.
Το 2016 πήρε τον βαθμό του Υποστρατήγου και τοποθετήθηκε στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας ως Προϊστάμενος των Κλάδων Τάξης, αναλαμβάνοντας πανελλαδικά την εποπτεία των υπηρεσιών που σχετίζονται με την τήρηση της δημόσιας τάξης. Έχοντας πλέον διανύσει μια πορεία σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών, έφτασε στη στιγμή της αποστρατείας του το 2017. Κρίθηκε ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσιακή του σταδιοδρομία και του απονεμήθηκε ο βαθμός του Αντιστράτηγου ε.α. (αντιστρατήγου εκτός οργανικών θέσεων). Ουσιαστικά, έφυγε από την ΕΛ.ΑΣ. με το υψηλότερο δυνατό αξίωμα, κουβαλώντας μαζί του μια παρακαταθήκη ήθους και αποτελεσματικότητας.
Η προσφορά του στην Αστυνομία ήταν τόσο γνωστή όσο και αναγνωρισμένη από όλους μας. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 2017, λίγο μετά την αποστρατεία του, η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσπρωτίας τον τίμησε με βραβείο, σε εκδήλωση όπου σύσσωμοι οι συνάδελφοί του χειροκρότησαν συγκινημένοι. Θυμάμαι τον Βασίλη, εμφανώς σεμνό όπως πάντα, να παραλαμβάνει το βραβείο από τον πρόεδρο της Ένωσης, Βασίλη Νάκο, και να λέει πως «η μεγαλύτερη τιμή είναι ότι υπηρέτησα δίπλα σας». Η βράβευση αυτή ήταν απολύτως δίκαιη, καθώς ο Βασίλης Τζίγκος είχε βάλει τη δική του «πινελιά στη διαμόρφωση μιας Αστυνομίας με κύρος». Για πολλά χρόνια υπηρέτησε στην Αστυνομική Διεύθυνση Θεσπρωτίας, δίπλα στους πολίτες της ιδιαίτερής του πατρίδας, και η προσφορά του είχε έντονα ηθικά χαρακτηριστικά. Ήταν ένας αξιωματικός που ενέπνεε εμπιστοσύνη, δίκαιος και ανθρώπινος μαζί – ένας πραγματικός υπηρέτης του καθήκοντος.
Ο στρατηγός που έγινε δήμαρχος
Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση της Αστυνομίας, ο Βασίλης δεν έμεινε αδρανής. Το 2018 ανέλαβε θέση Συμβούλου Ασφαλείας στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου μέχρι το 2022 πρόσφερε τις πολύτιμες γνώσεις του για την προστασία ενός κομβικού θεσμού της χώρας. Ωστόσο, βαθιά μέσα του τον καλούσε πάντα η Ήπειρος. «Θέλω να δώσω πίσω στον τόπο που με γέννησε», μου είχε εκμυστηρευτεί κάποτε. Δεν ήταν λόγια του αέρα αλλά ήταν το πιστεύω του.
Έτσι, στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Οκτωβρίου 2023 αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για Δήμαρχος στον αγαπημένο του Δήμο Φιλιατών.
Δεν ήταν επαγγελματίας πολιτικός. Ήταν ένας άνθρωπος με φρέσκια αντίληψη και τεράστια διοικητική εμπειρία, που ήθελε να βοηθήσει τον τόπο του.
Από την αρχή της προεκλογικής περιόδου δήλωνε ξεκάθαρα και σε όλους τους τόνους πως κατεβαίνει υποψήφιος «με μοναδικό σκοπό να προσφέρω στον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα».
Αυτός ο ειλικρινής στόχος συγκίνησε τους συμπολίτες του. Στις εκλογές της 8ης Οκτωβρίου 2023, οι Φιλιατιώτες τον αγκάλιασαν με την ψήφο τους. Ο συνδυασμός του “Σύγχρονος Δήμος – Όραμα, Συνεργασία, Ανάπτυξη” επικράτησε καθαρά. Ο Βασίλης Τζίγκος έλαβε το 53,19% των ψήφων.
Ήταν μια νίκη της ελπίδας και της ενότητας, καθώς ακόμη και ο αντίπαλός του έσπευσε να τον συγχαρεί για το αποτέλεσμα.
Την 1η Ιανουαρίου 2024 ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του ως Δήμαρχος. Θυμάμαι την ημέρα της ορκωμοσίας του, με χαμόγελο, έδωσε τον όρκο υπηρετώντας πλέον τον τόπο του από ένα νέο μετερίζι. Για όσους τον γνωρίζαμε, δεν ήταν “άλλος ένας πολιτικός”. Ήταν ο “στρατηγός μας” που γύρισε σπίτι.
Η τοπική κοινωνία είχε εναποθέσει πολλές ελπίδες στο πρόσωπό του, και εκείνος ρίχτηκε με ζήλο στη δουλειά, επιστρατεύοντας την εμπειρία δεκαετιών στη διοίκηση και στη διαχείριση κρίσεων.
Ως Δήμαρχος Φιλιατών, ο Βασίλης Τζίγκος εργάστηκε ακούραστα για την ανάπτυξη και την ευημερία του τόπου.
Έθεσε από την αρχή σαφείς προτεραιότητες: την αξιοποίηση κάθε ευκαιρίας από ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα, την υλοποίηση αναγκαίων υποδομών (όπως καλύτερους δρόμους που θα ενώσουν τους Φιλιάτες με την Ηγουμενίτσα, τη Σαγιάδα και την Εγνατία), την ανάδειξη του πλούσιου φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος της περιοχής. Οραματιζόταν έναν σύγχρονο δήμο που θα κρατήσει τη νεολαία του, δίνοντας κίνητρα εγκατάστασης νέων ανθρώπων και ενισχύοντας τον τουρισμό, τον πολιτισμό, την τοπική παραγωγή. Κάθε φορά που μιλούσε για αυτά, τα μάτια του έλαμπαν και ήταν σαν να έκανε ξανά όνειρα για τον τόπο του σαν νεαρό παιδί.
Πολύ σύντομα όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με δύσκολες πραγματικότητες. Η αποψίλωση των κρατικών δομών στη μεθόριο είχε φέρει τους Φιλιάτες μπροστά σε προκλήσεις επιβίωσης. Ο Βασίλης πρωτοστάτησε στον αγώνα να μην κλείσει το ιστορικό 628 Τάγμα Πεζικού στους Φιλιάτες. Δεν δίστασε να υψώσει φωνή διαμαρτυρίας προς την Πολιτεία, τονίζοντας πόσο ζωτικής σημασίας είναι η διατήρηση του στρατού σε αυτή την ακριτική γωνιά. «Αν κλείσει το στρατόπεδο, τελειώνει η περιοχή» δήλωσε με πόνο και αγανάκτηση, υπογραμμίζοντας ότι το τάγμα ήταν η τελευταία ουσιαστική παρουσία του κράτους στους Φιλιάτες και πως όλα τα άλλα είχαν φύγει. Σε συνεδριάσεις και ψηφίσματα, με επιχειρήματα και στοιχεία (όπως το δραματικό δημογραφικό: 129 θάνατοι έναντι μόλις 35 γεννήσεων το 2024), ο Βασίλης έδωσε μάχη για να αφυπνίσει συνειδήσεις. Ήταν συγκλονιστικό να τον ακούς να μιλάει ως Θεσπρωτός που βλέπει τον τόπο του να μαραζώνει και κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον σώσει. Τελικά, παρότι οι αποφάσεις για τα στρατόπεδα υπερέβαιναν τις δυνατότητες ενός δημάρχου, εκείνος κατάφερε τουλάχιστον να ακουστεί η φωνή της τοπικής κοινωνίας πανελλαδικά.
Δεν ήταν όμως μόνο τα μεγάλα ζητήματα. Ο Βασίλης Τζίγκος ασχολήθηκε και με καθημερινά προβλήματα των δημοτών, πάντα με διάθεση συνεννόησης και πραότητα. Ήταν ένας δήμαρχος ευγενής και χαμηλών τόνων, που άκουγε με προσοχή τον κάθε πολίτη. Δεν είχε έπαρση, ούτε κρατούσε αποστάσεις παρά το αξίωμά του και παρέμενε «ο δικός μας Βασίλης». Σε συνεδριάσεις και συναντήσεις, μιλούσε λίγο αλλά σταράτα. Χαρακτηριστική θα μείνει μια πρόσφατη φράση του, γεμάτη πικρό χιούμορ, όταν τον ρωτήσαμε για τις υπηρεσίες που κλείνουν στην περιοχή: «Ρωτήστε με καλύτερα τι μένει ανοιχτό…» είπε, συνοψίζοντας σε μία ατάκα την εγκατάλειψη που βιώνει η μεθόριος. Λόγια απλά, που όμως φανέρωναν την αγωνία και την αγάπη του για τον τόπο.
Σε μια εποχή που πολλοί πολιτικοί υπόσχονται περισσότερα απ’ όσα μπορούν να κάνουν, ο Βασίλης ξεχώριζε γιατί έφερνε αποτέλεσμα χωρίς τυμπανοκρουσίες. Υλοποίησε έργα υποδομής, έτρεξε θέματα για χρηματοδοτήσεις, συνεργάστηκε άψογα με την Περιφέρεια και με γειτονικούς δήμους για το κοινό καλό. Η πόρτα του γραφείου του στο Δημαρχείο ήταν πάντα ανοιχτή και δεν είναι σχήμα λόγου.
Αυτός ήταν ο Βασίλης Τζίγκος: ένας ηγέτης με καρδιά, που ήξερε να διοικεί χωρίς να αποξενώνεται.
Μια ξεχωριστή ανθρώπινη παρουσία
Πέρα από τα αξιώματα και τους τίτλους, ο Βασίλης ήταν σύζυγος, πατέρας και φίλος. Ήταν παντρεμένος με την εκπαιδευτικό Καλλιρρόη Ζώγα, μια γυναίκα που στάθηκε διακριτικά δίπλα του σε όλη του την πορεία. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, στα οποία είχε απεριόριστη αδυναμία: τον Θανάση και τη Δήμητρα. Ο Θανάσης, οικονομολόγος στο επάγγελμα, και η Δήμητρα, παιδαγωγός προσχολικής αγωγής, μεγάλωσαν με τις αρχές που τους μετέδωσε ο πατέρας τους.
Ως άνθρωπος, ο Βασίλης Τζίγκος συνδύαζε αρετές σπάνιες. Ήταν ακέραιος και πειθαρχημένος από τη στρατιωτική/αστυνομική του παιδεία, αλλά και συμπονετικός και κοινωνικός από την ηπειρώτικη καρδιά του. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του, είτε στην Αστυνομία, είτε στον Δήμο, μιλούν για έναν ηγέτη δίκαιο, που δεν ύψωνε ποτέ τον τόνο χωρίς λόγο, που εμψύχωνε τους υφισταμένους του και αναλάμβανε ο ίδιος την ευθύνη στα δύσκολα.
Στην τοπική κοινωνία των Φιλιατών ήταν αγαπητός πολύ πριν γίνει δήμαρχος: οι παλιοί θυμούνται ακόμη τον νεαρό Βασίλη να βοηθά εθελοντικά στις εκδηλώσεις, να συμμετέχει σε φιλανθρωπικές προσπάθειες, να νοιάζεται για τον διπλανό. Ακόμα και όταν υπηρετούσε μακριά στην Αθήνα, δεν ξέχασε το χωριό και την πόλη του. «Τι χρειάζεστε;» ρώταγε τον πρόεδρο της κοινότητας στη Πόβλα κάθε τόσο, και κανόνιζε να σταλούν υλικά ή να λυθούν προβλήματα μέσω γνωριμιών.
Σεμνότητα. Αν έπρεπε να συνοψίσω τον χαρακτήρα του Βασίλη σε μια λέξη, αυτή θα ήταν. Παρά τα αξιώματα του Αντιστράτηγου, παρά τη δημαρχιακή του θέση, ποτέ δεν τον είδαμε να φέρεται αλαζονικά. Πάντα μετρημένος, πάντα πρόθυμος να ακούσει πριν μιλήσει. Είχε έναν ήρεμο, καταδεκτικό τρόπο να κερδίζει τον σεβασμό. Προσωπικά, ως δημοσιογράφος, τον ένιωθα περισσότερο ως πηγή καθαρής πληροφορίας παρά ως “είδηση”. Τόσο διαφανής ήταν στις πράξεις του. Δεν κυνήγησε ποτέ την αυτοπροβολή· αντιθέτως, συχνά απέδιδε τα εύσημα στους συνεργάτες και στους συνδημότες του.
Σήμερα, γράφοντας αυτές τις γραμμές, αισθάνομαι ένα βάρος στο στήθος. Είναι δύσκολο να αποχαιρετάς έναν άνθρωπο με τον οποίο μοιράστηκες στιγμές, συνεντεύξεις, χαμόγελα και αγωνίες για τον τόπο, αλλά και προσωπικά ζητήματα.
Ο Βασίλης Τζίγκος δεν ήταν απλώς μια εξέχουσα προσωπικότητα της Θεσπρωτίας, ήταν ένας δικός μας άνθρωπος. Η απουσία του αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον Δήμο Φιλιατών, στην τοπική αυτοδιοίκηση, μα πάνω απ’ όλα στις καρδιές μας.
Ο Βασίλης υπηρέτησε την πατρίδα ως ένστολος με αφοσίωση και ανδρεία.
Υπηρέτησε την κοινωνία ως δήμαρχος με διορατικότητα και δικαιοσύνη.
Και υπηρέτησε την οικογένεια και τους φίλους του ως ένας ζεστός, δοτικός άνθρωπος.
Δεν θα ξεχάσουμε το χαμόγελό του, την ευγένειά του, το παράδειγμα που μας έδωσε.
Είναι χρέος μας να συνεχίσουμε το έργο και το όραμά του για έναν καλύτερο Δήμο Φιλιατών. Αυτό θα είναι το καλύτερο μνημόσυνο στην μνήμη του.
Προσωπικά, νιώθω ευγνώμων που γνώρισα τον Βασίλη Τζίγκο. Έμαθα από αυτόν τι σημαίνει να υπηρετείς με ήθος, να ηγείσαι με ταπεινότητα και να αγαπάς τον τόπο σου ανιδιοτελώς.
Καλό ταξίδι, στρατηγέ... Καλό ταξίδι, αγαπημένε μας δήμαρχε, φίλε Βασίλη.
Θα σε θυμάμαι πάντα με σεβασμό και αγάπη.
Βαγγέλης Αναστασίου – Δημοσιογράφος, ΄
εφημερίδα «ΤΙΤΑΝΗ» Θεσπρωτίας και thespro.gr






.gif)
.gif)
.gif)


