Ηγουμενίτσα: Η νέα «ασφάλεια» της ΕΕ στις ξένες επενδύσεις και τι αλλάζει πρακτικά για τα ιδιωτικοποιημένα λιμάνια
Ηγουμενίτσα: Η νέα «ασφάλεια» της ΕΕ στις ξένες επενδύσεις και τι αλλάζει πρακτικά για τα ιδιωτικοποιημένα λιμάνια
Ο αναθεωρημένος ευρωπαϊκός μηχανισμός ελέγχου ξένων επενδύσεων (FDI screening) που ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την περασμένη εβδομάδα, δεν σχεδιάστηκε για να «ξηλώσει» υφιστάμενες επενδύσεις σε κράτη-μέλη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επενδύσεις όπως αυτή της COSCO στον ΟΛΠ ή του Ομίλου Γκριμάλντι στην Ηγουμενίτσα και το Ηράκλειο της Κρήτης, μένουν ανεπηρέαστες. Στην πράξη, το νέο πλαίσιο δεν γυρίζει πίσω τον χρόνο, αλλά επανακαθορίζει το μέλλον και μετατρέπει την επόμενη ημέρα των υφιστάμενων επενδύσεων σε ένα πιο πυκνό, πιο αυστηρό και σαφώς πιο ευρωπαϊκό πεδίο ελέγχου.
Η βασική αλλαγή είναι ότι η ΕΕ επιχειρεί να επιβάλει έναν κοινό ελάχιστο βαθμό εναρμόνισης σε όλα τα κράτη-μέλη. Με απλά λόγια, δεν θα υπάρχουν πια εύκολα “παράθυρα” μέσα από εθνικές ιδιαιτερότητες ή καθυστερήσεις.
Ο έλεγχος ξένων επενδύσεων δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια διαδικασία που εξαρτάται κυρίως από το πόσο πρόθυμη είναι μια κυβέρνηση να προχωρήσει γρήγορα, αλλά ως υποχρεωτικό θεσμικό φίλτρο, με πιο τυποποιημένους κανόνες και προθεσμίες.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι οι χειρισμοί για κρίσιμες υποδομές περνούν όλο και περισσότερο από ένα ευρωπαϊκό “δίκτυο επιτήρησης”, όπου ο έλεγχος δεν σταματά στα όρια του εθνικού φακέλου.
Στο επίκεντρο αυτής της μετατόπισης βρίσκονται οι επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς. Οι λιμενικές υποδομές, τα logistics, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και τα ψηφιακά συστήματα –δηλαδή ακριβώς τα πεδία που συνδέονται με την κίνηση εμπορευμάτων, τη ροή δεδομένων και την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας– αντιμετωπίζονται πλέον ως ευαίσθητες περιοχές που δεν μπορούν να αξιολογούνται μόνο με οικονομικά κριτήρια.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πειραιάς, η Ηγουμενίτσα ή το Ηράκλειο δεν είναι απλώς κάποια πετυχημένα επενδυτικά πλάνα. Είναι ένας κόμβος με γεωοικονομικό και γεωπολιτικό βάρος, όπου κάθε νέα κίνηση γύρω από τα λιμάνια αποκτά αυτομάτως άλλη βαρύτητα.
Αυτό είναι το πρώτο πρακτικό σημείο για την COSCO και τον Όμιλο Γκριμάντι, το υφιστάμενο status παραμένει, αλλά το “οτιδήποτε νέο” δυσκολεύει. Κάθε επέκταση, νέα σύμβαση, μεταβολή στη δομή ή διεύρυνση δραστηριοτήτων στον περίγυρο των λιμανιών που ελέγχουν θα κινείται πλέον σε περιβάλλον όπου η πιθανότητα ελέγχου αυξάνεται και η διαδικασία γίνεται πιο βαριά.
Δεν είναι τόσο ότι η ΕΕ ανοίγει πόλεμο με τις υπάρχουσες επενδύσεις, όσο ότι επιχειρεί να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη επέκτασή τους σε βάθος και εύρος, χωρίς θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες.
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι ο έλεγχος της έμμεσης επιρροής. Το αναθεωρημένο πλαίσιο καλύπτει πλέον ευρύτερα σχήματα όπου ο επενδυτής μπορεί να εμφανίζεται ως ευρωπαϊκός, αλλά στην πραγματικότητα να ελέγχεται ή να κατευθύνεται από τρίτη χώρα.
Αυτή η πρόβλεψη έχει πρακτική αξία γιατί “κόβει” την παραδοσιακή διαδρομή των εταιρικών δομών πολλαπλών επιπέδων, όπου μια επένδυση μπορούσε να περνά μέσα από ενδιάμεσες εταιρείες, θυγατρικές ή επενδυτικά σχήματα σε κράτη-μέλη της ΕΕ και να παρουσιάζεται ως intra-EU συναλλαγή.
Το νέο μοντέλο κοιτά τον τελικό ελεγκτή και όχι τη βιτρίνα. Ειδικά για τον χώρο γύρω από τον Πειραιά –όπου το οικοσύστημα logistics, υπηρεσιών, υπεργολαβιών και συμπράξεων είναι κρίσιμο– αυτό σημαίνει πιο απαιτητική τεκμηρίωση και πιο στενή παρακολούθηση.
Το τρίτο στοιχείο αφορά την αυστηροποίηση των εθνικών διαδικασιών μέσω ενός πιο καθαρού, διφασικού ελέγχου. Αυτό πρακτικά μεταφράζεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο καθυστέρησης για επενδυτικά σχέδια, περισσότερες απαιτήσεις σε πληροφορίες και μεγαλύτερη ανάγκη “νομικής θωράκισης” των συμφωνιών.
Όταν μια υπόθεση περνά σε δεύτερη φάση, το ερώτημα παύει να είναι αν η επένδυση είναι κερδοφόρα και γίνεται αν επηρεάζει κρίσιμες λειτουργίες: πρόσβαση σε δεδομένα, επιχειρησιακό έλεγχο, ανθεκτικότητα σε κρίσεις, σχέσεις με τρίτες χώρες. Για έναν μεγάλο λιμενικό κόμβο, αυτά είναι ζητήματα που δεν λύνονται με μια απλή τεχνική γνωμοδότηση. Μπαίνουν στο πεδίο στρατηγικής αξιολόγησης.
Τέταρτο και ίσως πιο ευαίσθητο σημείο είναι η δυνατότητα ελέγχου μη γνωστοποιημένων συναλλαγών εκ των υστέρων. Η πρόβλεψη αυτή δεν σημαίνει ότι ανοίγουν παλιές υπογραφές “από το μηδέν”, αλλά δημιουργεί ένα νέο ρίσκο για κινήσεις που έγιναν χωρίς screening επειδή θεωρήθηκαν μικρές, τεχνικές ή δευτερεύουσες.
Στην πράξη, η Ευρώπη δίνει στα κράτη τη δυνατότητα να ανακτούν έλεγχο σε γκρίζες ζώνες. Για το οικοσύστημα μιας μεγάλης επένδυσης, αυτό σημαίνει ότι η εποχή του “δεν το δηλώσαμε γιατί δεν χρειαζόταν” τελειώνει.
Εν κατακλείδι η Ευρώπη δεν κλείνει την πόρτα σε επενδύσεις τρίτων χωρών, αλλά την κρατά μισάνοιχτη και με πόρτα ασφαλείας. Για την Ελλάδα, ο Πειραιάς παραμένει μια επένδυση-κλειδί, αλλά το πλαίσιο γύρω από τη λειτουργία και την επέκτασή του περνά σε άλλη φάση, λιγότερη πολιτική άνεση, περισσότερη θεσμική επιτήρηση, μεγαλύτερη ανάγκη για κανόνες που αντέχουν σε ευρωπαϊκό έλεγχο.


.gif)
.gif)
.gif)


