Η Ηγουμενίτσα ανάμεσα στις περιοχές που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης-μαμούθ με τα κρυπτονομίσματα - 14,5 εκατ. ευρώ η λεία
Η Ηγουμενίτσα ανάμεσα στις περιοχές που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης-μαμούθ με τα κρυπτονομίσματα - 14,5 εκατ. ευρώ η λεία
Σοβαρές διαστάσεις παίρνει η υπόθεση της διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης που εξαπατούσε πολίτες με πρόσχημα επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα, με τη Θεσπρωτία να περιλαμβάνεται στις περιοχές, όπου αναπτύχθηκε η μεγάλη αστυνομική επιχείρηση για την εξάρθρωσή της.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η οργάνωση δρούσε συστηματικά τουλάχιστον από το 2019, στήνοντας ένα καλοδουλεμένο σύστημα εξαπάτησης με ψεύτικες υποσχέσεις για υψηλές και ασφαλείς αποδόσεις. Με αυτόν τον τρόπο, τα μέλη της έπειθαν τα θύματα να επενδύουν χρήματα σε δήθεν ψηφιακά projects και πλατφόρμες, τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούσαν μέρος οργανωμένης απάτης. Το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος της οργάνωσης ξεπερνά, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα 14,5 εκατομμύρια ευρώ.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε το πρωί της 5ης Μαρτίου σε Ηγουμενίτσα, Κρήτη και Αττική, όπου έγιναν ενέργειες στο πλαίσιο της επιχείρησης. Συνολικά συνελήφθησαν 12 άτομα, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 6 πρόσωπα, από τα οποία δύο φέρονται επίσης ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για -κατά περίπτωση- εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παροχή υπηρεσιών σε κρυπτοστοιχεία χωρίς πιστοποίηση, παρασιώπηση περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την κήρυξη πτώχευσης, καθώς και για παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων.
Όπως προέκυψε από την πολύμηνη αστυνομική έρευνα, η οργάνωση είχε αναπτύξει πυραμιδικό σύστημα λειτουργίας, τύπου Ponzi. Δηλαδή, τα χρήματα που έβαζαν νέοι «επενδυτές» χρησιμοποιούνταν για να δίνονται εικονικές αποδόσεις σε παλαιότερους, καλλιεργώντας μια ψευδή εικόνα αξιοπιστίας και κερδοφορίας.
Τα μέλη της οργάνωσης εκμεταλλεύονταν την περιορισμένη γνώση που είχαν πολλά από τα θύματα γύρω από τα κρυπτονομίσματα. Παρουσίαζαν tokens χωρίς πραγματική αξία ή ουσιαστική χρησιμότητα ως δήθεν ασφαλείς επενδυτικές επιλογές, ενώ χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικά πορτοφόλια, ελεγχόμενα ανταλλακτήρια και κλειδωμένα υπόλοιπα για να αποκρύπτουν τη διαδρομή των χρημάτων.
Η εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με την Αστυνομία, είχε αυστηρή ιεραρχική δομή. Ο ηγετικός πυρήνας αποτελούνταν από τέσσερα άτομα, τα οποία χάραζαν τη στρατηγική, συντόνιζαν τα υπόλοιπα στελέχη και διοργάνωναν παρουσιάσεις, εκδηλώσεις και διαδικτυακά σεμινάρια για την προώθηση των απατηλών σχημάτων. Μάλιστα, είχαν συγκροτήσει ακόμη και πρόγραμμα «εκπαίδευσης» 90 ημερών μέσω ειδικών «ακαδημιών».
Τρία ανώτερα στελέχη είχαν αναλάβει τη στρατολόγηση θυμάτων, συμμετείχαν σε παρουσιάσεις και ομιλίες και προωθούσαν νέα «επενδυτικά πακέτα», δίνοντας παράλληλα παράνομες επενδυτικές συμβουλές. Επτά ακόμη μέλη δραστηριοποιούνταν στην αναζήτηση και προσέλκυση νέων θυμάτων μέσα από προσωπικά και επαγγελματικά δίκτυα, ενώ υποστηρικτικά μέλη διευκόλυναν την εξεύρεση νέων «επενδυτών» με αντάλλαγμα προμήθειες.
Στο εσωτερικό του σχήματος υπήρχε μάλιστα και συγκεκριμένη ιεραρχία 21 βαθμίδων, με τίτλους όπως “ambassador”, “leader” και “founder’s council”, ενώ τα μέλη αποκόμιζαν bonus και αμοιβές από κάθε νέο άτομο που έμπαινε στο σύστημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις προχωρούσαν ακόμη και στη σύνταξη ιδιωτικών συμφωνητικών εμπιστευτικότητας.
Ως προς τις μεθόδους πειθούς, τα μέλη της οργάνωσης υπόσχονταν υψηλές και «εγγυημένες» αποδόσεις με ελάχιστο ή μηδενικό ρίσκο, διαβεβαιώνοντας ότι τα θύματα μπορούσαν να κάνουν ανάληψη των χρημάτων τους οποιαδήποτε στιγμή. Παρουσιάζονταν ως πετυχημένοι επενδυτές και «ηγέτες» ομάδων, προβάλλοντας στα κοινωνικά δίκτυα πολυτελή τρόπο ζωής, ταξίδια, ακριβά αυτοκίνητα και εντυπωσιακές εκδηλώσεις.
Παράλληλα, δημιουργούσαν την αίσθηση μιας «μοναδικής ευκαιρίας», θέτοντας τεχνητούς χρονικούς περιορισμούς ώστε τα θύματα να λαμβάνουν βιαστικές αποφάσεις χωρίς να ελέγχουν σε βάθος την αξιοπιστία των προτάσεων. Όταν ένα σχήμα κατέρρεε ή έχανε την αξιοπιστία του, προωθούσαν νέο σχήμα με διαφορετική εμπορική ονομασία, μεταφέροντας ουσιαστικά τα ίδια θύματα σε μια νέα απάτη.
Η οικονομική έρευνα, η οποία επεκτάθηκε και στο εξωτερικό με Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας σε Γαλλία, Γερμανία και Μάλτα, καθώς και με Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή προς Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία και Δανία, έδειξε ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος της οργάνωσης υπερβαίνει τα 14,5 εκατομμύρια ευρώ.
Οι Αρχές διαπίστωσαν ότι τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα για να αποκρύπτουν την προέλευση των εσόδων τους, μεταφέροντας κεφάλαια σε λογαριασμούς του εξωτερικού, πραγματοποιώντας πληρωμές μέσω τρίτων και επενδύοντας μέρος των χρημάτων σε κρυπτονομίσματα. Παράλληλα, σε συνεργασία με την Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, προέκυψε ότι δύο μέλη σχετίζονται -κατά περίπτωση- με τέσσερις offshore εταιρείες στη Βουλγαρία.
Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης ταυτοποιήθηκαν 73 θύματα, τα οποία είχαν επενδύσει χρήματα στα απατηλά σχήματα, με τη συνολική οικονομική ζημία που έχει καταγραφεί μέχρι τώρα να φτάνει τουλάχιστον τις 760.900 ευρώ.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν αστυνομικοί του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, με τη συνδρομή -κατά περίπτωση- υπηρεσιών της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, των Διευθύνσεων Αστυνομίας Θεσπρωτίας, Ρεθύμνης και Ηρακλείου, εξειδικευμένων στελεχών της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης, καθώς και κλιμακίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε σπίτια και επαγγελματικούς χώρους κατασχέθηκαν 37.210 ευρώ, 4.000 λεκ Αλβανίας, τέσσερα πολυτελή οχήματα, πολεμικό τυφέκιο με γεμιστήρα και 67 φυσίγγια, δύο πιστόλια, δύο κυνηγετικά όπλα, 57 φυσίγγια, μηχανήματα εξόρυξης, πλήθος ψηφιακών πειστηρίων, αποδεικτικά συναλλαγών, έγγραφα, χειρόγραφες σημειώσεις, ατζέντες και στοιχεία που συνδέονται με offshore εταιρείες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στα ψηφιακά ευρήματα, καθώς εντοπίστηκε διακίνηση ψηφιακών νομισμάτων αξίας άνω των 2.000.000 δολαρίων σε σημερινές τιμές, ενώ βρέθηκαν και σημαντικές συμβάσεις μεταξύ μελών της οργάνωσης και εταιρικών σχημάτων που φέρονται να χρησιμοποιούνταν για τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Η ΕΛ.ΑΣ. έχει ήδη ενημερώσει την αρμόδια Εθνική Αρχή για τον εντοπισμό τραπεζικών λογαριασμών, ψηφιακών πορτοφολιών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων, θυρίδων και offshore εταιρειών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με στόχο να δεσμευτούν τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία και να αποτραπεί η μεταβίβασή τους.
Τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά θα αποσταλούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ τα ψηφιακά πειστήρια και τα όπλα θα σταλούν για εργαστηριακό έλεγχο στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

