"Το Αγιονήσι της καρδιάς μας" | Αναπολεί ο Αναστάσιος Βασιάδης
Από αρκετά χρόνια έχει καθιερωθεί να τελείται Πανηγυρική Θεία Λειτουργία την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, στο ανακαινισθέν ναΐδριο που αποτελούσε τμήμα της Ιεράς Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, στο κατάφυτο μικρό νησάκι Αγιονήσι, που βρίσκεται στην είσοδο του όρμου της Ηγουμενίτσας.
Το μοναστήρι αυτό αναφέρεται ως μετόχιο της Ιεράς Μονής Γηρομερίου Θεσπρωτίας.
Την ημέρα εορτασμού της Μονής, την Παρασκευή μετά το Πάσχα, καθιερώθηκε να ξεκινούν από την Ηγουμενίτσα καΐκια και βάρκες που μεταφέρουν τους πιστούς και τελείται η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία.
Στα νεανικά μας χρόνια που πραγματοποιούσαμε τις θαλάσσιες εξορμήσεις μας, ανακαλύπταμε τα ερείπια από το παλιό μοναστήρι στο Αγιονήσι, τα οποία ήταν καλυμμένα από την πυκνή βλάστηση που σκέπαζε όλο το νησί.
Αργότερα με την υποστήριξη ευλαβών Ηγουμενιτσιωτών το ναΐδριο στο Αγιονήσι ανακαινίστηκε, η πέριξ περιοχή διευθετήθηκε για να είναι προσβάσιμη στους πιστούς και κατασκευάστηκε προβλήτα για την ασφαλή προσέγγιση των πλωτών μέσων.
Η είσοδος του κόλπου της Ηγουμενίτσας με το Αγιονήσι και το Πρασούδι, τις ατέλειωτες ακρογιαλιές του Δρεπάνου και του Μακρυγιαλιού, τη Γωνιά, τη Γάτα και τον Κοψομούρη, με τη λιμνοθάλασσα και τις ξέρες, αποτελούσε πάντα μια περιοχή για θαλασσινή εξερεύνηση και ψάρεμα που στις παιδικές μας συνήθειες έμοιαζε ολόκληρη εκστρατεία.
Η εξορμήσεις γινόταν με την ιστορική βάρκα ΑΛΚΥΩΝ που είχε ναυπηγήσει ο Νίκος Βασιάδης.
Στις εξορμήσεις συμμετείχαν με διαφορετική κατά περίπτωση σύνθεση εκτός από τον γράφοντα που είχε και την ευθύνη της βάρκας, ο Θωμάς Τζάφος, ο Σωτήρης Γεωργούλης, ο Φώτης Μηλιώνης, ο Γρηγόρης Μιχαλάς, ο Βασίλης Μαγουλάς, ο Χρήστος Δημητρίου, ο Χρήστος Αθανασίου, ο Κώστας Λώμης, ο Νίκος Δημητριάδης και άλλοι.
Πολλές φορές στην παρέα ερχόταν σαν προσκολλούμενοι και μικρότεροι όπως ο Γρηγόρης Παρούσης, ο Ηλίας Δημητρίου, ο Γρηγόρης Μηλιώνης, ο Κωστής Βεζδρεβάνης και άλλοι.
Άλλες φορές αναγκαστικά παραχωρούσαμε θέση σε καθηγητές όπως ο Δημήτρης Αντωνίου και ο Ανέστης Αϊβατζόγλου και σε άλλους μεγαλύτερους Ηγουμενιτσιώτες που δελεάζονταν από την ιδέα της εξόρμησης.
Η αναχώρηση γινότανε από το φυσικό λιμάνι πίσω από το Γυμνάσιο στις 5 η ώρα το πρωί και ενώ ακόμα ήταν νύχτα.
Στόχος ήταν να κερδίσουμε χρόνο έτσι ώστε πριν βγει ο ήλιος να βρεθούμε στη μικρή λιμνοθάλασσα δίπλα στο Δρέπανο και με μια μεγάλη απόχη να μαζέψουμε γαρίδες που θα μας χρησίμευαν για δόλωμα.
Η απόχη μάζευε μέσα της πολλές μικρές γαρίδες καθώς σάρωνε το βυθό με τα νερά να φτάνουν μέχρι το γόνατό μας, ενώ πολλές φορές παγιδεύονταν μέσα μικρά χέλια, ένα είδος ιππόκαμπου που αφθονούσε και που το ονομάζαμε θαλασσινό γάϊδαρο, καβούρια, κανέναν ολοθούριο και κάποτε και κανένα νερόφιδο που ανύποπτο κολυμπούσε με την πλατιά ουρά του.
Από όλα αυτά βέβαια κρατούσαμε μόνο τις γαρίδες και τα υπόλοιπα επέστρεφαν στο φυσικό τους χώρο.
Για αρκετά χρόνια και μέχρις ότου η ΑΛΚΥΩΝ εξοπλιστεί με μια μικρή εξωλέμβιο μηχανή, οι μετακινήσεις γινόταν με κουπιά και έδιναν ευκαιρία για γυμναστική κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων.
Μετά το μάζεμα του δολώματος κατευθυνόμασταν προς τη Γωνιά όπου γύρω γύρω απ’ το Αγιονήσι υπήρχαν λιθρινότοποι που τους ανακαλύπταμε με συντεταγμένες που παίρναμε από συγκεκριμένα σημεία αναφοράς των γύρω τοποθεσιών όπως μια λεύκα στην ακρογιαλιά, ένας βράχος στη Γωνιά, το δημοτικό σχολείο της Νέας Σελεύκειας που δέσποζε στην περιοχή καθώς το βλέπαμε απ’ τη θάλασσα και άλλα.
Το ψάρεμα γινόταν με καθετή και βιαζόμασταν να βρεθούμε στα συγκεκριμένα σημεία με το σκάσιμο του ήλιου καθώς ήταν οι ώρες που τσίμπαγαν τα λιθρίνια.
Από τις δυο πλευρές της βάρκας ρίχνονταν ισάριθμες πετονιές με τους επιβάτες και περίμεναν όλοι το σχεδόν ηδονικό, τρεμουλιαστό τράβηγμα που κάνει το λιθρίνι όταν τσιμπάει.
Στο μεταξύ για να περνάει η ώρα συνεχή ήταν τα πειράγματα και τα αυτοσχέδια στιχάκια.
Ιδιαίτερα όταν κάποιος έφερνε άδεια την πετονιά ή αντί για λιθρίνι κάποιον χάνο που τσιμπούσε πιο εύκολα, η καζούρα των υπολοίπων ήταν πιο καυστική.
Το ψάρεμα στους λιθρινότοπους διαρκούσε 2 περίπου ώρες μέχρις ότου άρχιζε να φυσάει το πρωινό αεράκι και η επιφάνεια της θάλασσας σγούρωνε.
Από κείνη την ώρα κι ύστερα τα λιθρίνια σταματούσαν να τσιμπούν και δίνονταν έτσι το σύνθημα ότι έπρεπε να αλλάξει ο ψαρότοπος.
Μετακινούμασταν τότε προς το Αγιονήσι και ρίχναμε την άγκυρα στα ρηχά νερά όπου αφθονούσαν οι πέρκες και οι γύλοι.
Ψαρεύαμε πολλά από αυτά τα ψάρια ενώ στα κατακάθαρα νερά κάναμε το πρώτο μπάνιο της ημέρας για να δροσιστούμε από το λιοπύρι που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό.
Πολλές φορές συνεχίζαμε το ψάρεμα σε ξέρες που ήταν αρκετά έξω απ’ το Αγιονήσι στο ανοιχτό πια πέλαγος.
Εκεί σε αρκετά μεγάλο βάθος ψαρεύαμε μελανούρια, σαργούς, τσιπούρες, σπάρους και αν ήμασταν τυχεροί καμία συναγρίδα.
Το μεσημέρι μας έβρισκε πάντα πάνω στο Αγιονήσι όπου εξερευνούσαμε ευλαβικά το παλιό γκρεμισμένο Μοναστήρι και ετοιμάζαμε το γεύμα της ημέρας ψήνοντας στα βράχια τα ψάρια που είχαμε πιάσει.
Σ’ αυτές τις εξορμήσεις αισθανόμασταν μοναδικές συγκινήσεις να βλέπουμε τις σαρδέλες, τους γαύρους και την αθερίνα να πηδάνε πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας καθώς κάποιο μεγαλύτερο ψάρι τα κυνηγούσε, τους γλάρους να πετάνε από πάνω μας και να εφορμούν κάθετα στη θάλασσα αρπάζοντας με το ράμφος τους το ψάρι που ανύποπτο κινούνταν και τα παιχνιδιάρικα δελφίνια να περνούν από κάτω μας και να στέκονται σε απόσταση κουνώντας παιχνιδιάρικα την ουρά τους.
Που και που κάποια θαλασσινή χελώνα έβγαζε το κεφάλι της από την επιφάνεια για να χαθεί αμέσως, ενώ σπανιότερα βλέπαμε κάποια φώκια στα βράχια της Γωνιάς να πηδάει τρομοκρατημένη στα θάλασσα ενοχλημένη από την εμφάνισή μας.
Άλλοτε πάλι κάποια νωχελική μέδουσα περνούσε δίπλα μας με τα μακρυά πλοκάμια της και την ιδιόμορφη κίνησή της.
Το μεταμεσημβρινό ψάρεμα συνεχιζόταν ανοιχτά της αμμουδιάς του Δρεπάνου και απέφερε αρκετές τσιπούρες, σαργούς και σπάρους.
Αφού παίρναμε κι εκεί το μπάνιο μας κάναμε μια εξόρμηση στο Πρασούδι και στην απέναντι θαλασσοσπηλιά της Λυγιάς, με το χαρακτηριστικό όνομα «Μάτι του Κύκλωπα».
Το απόγευμα πια παίρναμε το δρόμο της επιστροφής.
Εκείνη την ώρα στα ανοιχτά των Πετρελαίων τσίμπαγε η γόπα.
Όταν υπήρχε η ευχέρεια του εξωλέμβιου κατά τη μετακίνηση, αφήναμε πίσω μας και μια συρτή η οποία και αυτή όχι σπάνια μας απέφερε τη λεία μιας ζαργάνας, μιας στήρας ή κάποιου άλλου αφρόψαρου.
Σε μια από τις εξορμήσεις, από την αρχική παρέα που είχε δηλώσει συμμετοχή, τελικά επιβιβαστήκαμε στην ΑΛΚΥΩΝ εκτός από τον γράφοντα, ο Σωτήρης Γεωργούλης, ο Φώτης Μηλιώνης, ο Θωμάς Τζάφος και ο Γρηγόρης Μιχαλάς.
Ήταν η εποχή που οι εξορμήσεις γινότανε με κινητήρια δύναμη τα κουπιά.
Στη βάρκα υπήρχανε αρκετά εφόδια μεταξύ των οποίων περίοπτη θέση κατείχε και ένα μπουκάλι ούζο.
Αφού ακολουθήσαμε ολόκληρο το προβλεπόμενο ημερήσιο πρόγραμμα καταλήξαμε το απογευματάκι στα ανοιχτά του Δρεπάνου.
Ο Γρηγόρης Μιχαλάς έχοντας αδειάσει το μπουκάλι με το ούζο είχε πέσει σε βαθύ ύπνο στο βάθος της βάρκας και είχε αφεθεί να τον πηγαίνουμε όπου θέλαμε.
Όταν αποφασίσαμε να επιστρέψουμε και ανοιχτήκαμε για να πάρουμε την κατεύθυνση της επιστροφής παραπλέοντας τη μύτη του Δρεπάνου, ξέσπασε ένα από τα συνηθισμένα μπουρίνια της εποχής με αποτέλεσμα να μην μπορέσουμε να ελέγξουμε τη βάρκα και το κύμα μας έριξε τέρμα στο Μακρυγιάλι.
Τραβήξαμε εκεί τη βάρκα έξω περιμένοντας να κοπάσει ο αέρας για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε.
Εις μάτην όμως.
Όσο περνούσε η ώρα ο αέρας δυνάμωνε και ανήσυχοι βλέπαμε τον ήλιο να οδεύει προς τη δύση του.
Αν καθόμασταν εκεί η νύχτα θα μας έβρισκε ναυαγούς.
Ρίξαμε λοιπόν τη βάρκα πάλι στο νερό και κρατώντας την σε μικρό βάθος αρχίσαμε να την τραβάμε βαδίζοντας στα ρηχά νερά της παραλίας προς την κατεύθυνση της μύτης του Δρεπάνου.
Η προσπάθεια ήταν επίπονη καθώς το κύμα κάθε στιγμή απειλούσε να μας αρπάξει τη βάρκα απ’ τα χέρια ή να τη ρίξει πάνω μας.
Με υπομονή προχωρούσαμε σταθερά ενώ μέσα στη βάρκα ο Γρηγόρης εξακολουθούσε να κοιμάται μακαρίως, αφού κάθε προσπάθεια να τον ξυπνήσουμε προκειμένου να βοηθήσει, απέτυχε.
Μετά από προσπάθεια που διάρκεσε δύο περίπου ώρες φθάσαμε στη μύτη του Δρεπάνου και αντικρίσαμε ανακουφισμένοι την Ηγουμενίτσα της οποίας τα φώτα είχαν αρχίσει να ανάβουν, αφού ο ήλιος είχε δύσει.
Επιβιβαστήκαμε αμέσως όλοι στη βάρκα και αρχίσαμε να κωπηλατούμε προς το δρόμο της επιστροφής.
Σε λίγο το σκοτάδι σκέπασε τη θάλασσα.
Ο ερχομός της νύχτας ανησύχησε τη μάνα του Σωτήρη, η οποία μη βλέποντας τον κανακάρη της να επιστρέφει έβαλε αμέσως στο μυαλό της το χειρότερο.
Βγαίνοντας στο δρόμο συναντάει την Μπότω τη γιαγιά του Φώτη.
Διασταυρώνοντας τις πληροφορίες ότι ούτε και ο Φώτης έχει επιστρέψει κατέβηκαν στην αγορά με υστερικές κινήσεις και φωνές έχοντας πειστεί, ότι για να μην επιστρέψουμε μέχρι αυτή την ώρα, το πιθανότερο ήταν να είχαμε πνιγεί.
Παρά την ψυχραιμία που έδειξαν οι γονείς των υπολοίπων, ο πανικός δεν άργησε να εξαπλωθεί στον κοινωνικό περίγυρο και έτσι όλοι μαζί κατευθύνθηκαν τρέχοντας προς το Λιμεναρχείο, όπου ζήτησαν από τον τότε Λιμενάρχη Κώστα Θανόπουλο να επέμβει.
Στα γρήγορα ετοιμάστηκε το καταδιωκτικό του Λιμεναρχείου, στελεχώθηκε από πλήρωμα και αφού τέθηκε επικεφαλής ο ίδιος ο Λιμενάρχης και επιβιβάστηκε και ο Χρήστος Γεωργούλης, άναψαν τον ισχυρό προβολέα και ξεκίνησαν ολοταχώς για τον δίαυλο στην είσοδο του κόλπου.
Στην παραλία της Ηγουμενίτσας συγκεντρώθηκε ένα μικρό πλήθος που συζητούσε ανήσυχα για την τραγωδία, ενώ σιγά σιγά συγκεντρώνονταν ολοένα και περισσότεροι περίεργοι.
Το καταδιωκτικό του Λιμεναρχείου για πολύ ώρα ερεύνησε παρά το σκοτάδι τις ακτές από τις εκβολές του Καλαμά μέχρι το Χειρονήσι.
Αλλά εις μάτην.
Οι αναζητούμενοι ναυαγοί δεν βρίσκονταν πουθενά και όσο περνούσε η ώρα η αγωνία στο συγκεντρωμένο πλήθος κορυφώνονταν.
Ξάφνου σε μικρή απόσταση από την παραλία μέσα από το σκοτάδι της θάλασσας εμφανίστηκε η ΑΛΚΥΩΝ με τους υποτιθέμενους χαμένους επιβάτες της.
Οπότε ακούστηκε μια κραυγή από το πλήθος:
-Να’ τοι εδώ είναι, δεν πνίγηκαν..!
Ακολούθησαν ιαχές ανακούφισης και χαράς, οι οποίες μετά από λίγο έδωσαν τη θέση τους στις αυστηρές επιπλήξεις προς τους παρ ολίγον ναυαγούς που προκάλεσαν όλη την αναστάτωση.
Αυτομάτως βέβαια ανέκυψε το ερώτημα πως θα ειδοποιούνταν οι άλλοι οι οποίοι βολόδερναν νυχτιάτικα στο ανοιχτό πέλαγος.
Γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποιήθηκε και πάλι η ΑΛΚΥΩΝ στην οποία τοποθετήθηκε εξωλέμβιος και με πλοηγό τον Νίκο Βασιάδη και άλλους δύο επιβάτες, ξεκίνησαν ανάβοντας πρόχειρους πυρσούς από εφημερίδες και κάνοντας σήματα στο ανοιχτό πέλαγος.
Μετά από αρκετή ώρα και ενώ ήδη ήταν περασμένα μεσάνυχτα φάνηκε ένας προβολέας να αναβοσβήνει μέσα από την θαλασσινή σκοτεινιά απαντώντας στα αυτοσχέδια σήματα της ΑΛΚΥΩΝ.
Έτσι έληξε εκείνη η περιπέτεια με τους συγγενείς και φίλους να θυμούνται ακόμα τη λαχτάρα, ενώ η ανυποψίαστη συντροφιά δυσκολεύεται ακόμα σήμερα να κατανοήσει τη φασαρία που άθελά της προκάλεσε.

