Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας

Άγχος και Πανελλαδικές: Παιδιά που πνίγονται στα «πρέπει» μιας κοινωνίας | Γράφει η Χριστίνα Π. Ευαγγέλου

Άγχος και Πανελλαδικές: Παιδιά που πνίγονται στα «πρέπει» μιας κοινωνίας | Γράφει η Χριστίνα Π. Ευαγγέλου


Με αφορμή το τραγικό περιστατικό στην Ηλιούπολη, που προκάλεσε σοκ και βαθιά σιωπή, ανοίγει ξανά μια συζήτηση που δεν είναι ούτε σημερινή ούτε μεμονωμένη. Είναι μια συζήτηση για τα παιδιά που λυγίζουν αθόρυβα, για τους εφήβους που νιώθουν ότι πνίγονται μέσα στα «πρέπει», για τις οικογένειες και τις κοινωνίες που πολλές φορές κοιτούν περισσότερο την εικόνα παρά την ουσία.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σταθούμε στις λεπτομέρειες της τραγωδίας. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει και να σωπάσουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι να δούμε τι κρύβεται πίσω από τέτοια περιστατικά: πίεση, μοναξιά, φόβος αποτυχίας, ψυχική εξάντληση και ένα σύστημα που συχνά κάνει τα παιδιά να πιστεύουν ότι η αξία τους μετριέται με βαθμούς, μόρια και επιτυχίες.
Γιατί πίσω από κάθε τέτοια υπόθεση υπάρχει ένα αδιέξοδο. Ένα τέλμα. Μια σκοτεινή εσωτερική διαδρομή που, στα μάτια ενός εφήβου, μπορεί να μοιάζει χωρίς έξοδο. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πρώτο μεγάλο μας λάθος ως κοινωνία: νομίζουμε ότι τα παιδιά βλέπουν τον κόσμο όπως εμείς. Όμως, δεν τον βλέπουν έτσι. Δεν έχουν ακόμη τα εργαλεία, την εμπειρία, την απόσταση, τη γνώση ότι αυτό που σήμερα μοιάζει τέλος, αύριο μπορεί να είναι απλώς μια κακή ανάμνηση. Δεν έχουν προλάβει να μάθουν ότι η ζωή αλλάζει. Ότι οι αποτυχίες δεν είναι ταυτότητα. Ότι το σκοτάδι δεν είναι μόνιμο, ακόμη κι όταν μοιάζει απόλυτο.

Κι εμείς τι τους δίνουμε;

Τους δίνουμε βαθμούς. Τους δίνουμε συγκρίσεις. Τους δίνουμε μόρια. Τους δίνουμε σχολές ως σφραγίδα αξίας. Τους δίνουμε το δηλητηριώδες μήνυμα: «Περνάς, άρα αξίζεις». Και, ακόμη χειρότερα, το ανάποδο μήνυμα που δεν λέγεται πάντα φωναχτά, αλλά ακούγεται μέσα στα σπίτια, στα βλέμματα, στις σιωπές, στις συγκρίσεις με τα παιδιά των άλλων: «Αν δεν περάσεις, μας απογοήτευσες».
Αυτό είναι το πιο σκληρό ψέμα που λέμε στα παιδιά μας.
Κανένα παιδί δεν αξίζει περισσότερο επειδή έγραψε καλά. Κανένα παιδί δεν αξίζει λιγότερο επειδή λύγισε. Κανένα παιδί δεν πρέπει να νιώθει ότι το μέλλον του τελειώνει σε ένα διαγώνισμα, σε μια σχολή, σε ένα μηχανογραφικό, σε μια αποτυχία, σε μια σύγκριση στο οικογενειακό τραπέζι.

Οι Πανελλαδικές είναι μια δοκιμασία. Δεν είναι δικαστήριο ζωής. Δεν είναι πιστοποιητικό ανθρώπινης αξίας. Και, ας το πούμε καθαρά, δεν είναι ούτε η μεγάλη εγγύηση επαγγελματικής αποκατάστασης που κάποτε παρουσιαζόταν.
Παιδιά περνούν σε σχολές και μετά ψάχνουν δρόμο. Πτυχιούχοι δουλεύουν σε άσχετα αντικείμενα. Νέοι άνθρωποι φεύγουν στο εξωτερικό. Άλλοι αλλάζουν πορεία. Άλλοι ξαναρχίζουν. Άλλοι βρίσκουν νόημα έξω από τα κουτάκια που τους ετοίμασαν.

Άρα γιατί εξακολουθούμε να φορτώνουμε σε δεκαεπτάχρονα παιδιά την ψευδαίσθηση ότι μέσα σε λίγες ημέρες εξετάσεων θα κριθεί όλη τους η ζωή;

Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και το άλλο μεγάλο θέατρο: το φαίνεσθαι.

Το παιδί να φαίνεται καλό. Η οικογένεια να φαίνεται πετυχημένη. Το σπίτι να φαίνεται ήρεμο. Οι γονείς να φαίνονται σωστοί. Το σχολείο να φαίνεται αποτελεσματικό. Το φροντιστήριο να φαίνεται ότι παράγει επιτυχίες. Η μικρή κοινωνία να φαίνεται ότι όλα τα έχει υπό έλεγχο.
Μόνο που το φαίνεσθαι δεν σώζει κανέναν. Δεν ξεγελά κανέναν. Και σίγουρα δεν αγκαλιάζει κανένα παιδί όταν εκείνο νιώθει ότι καταρρέει.
  • Υπάρχουν οικογένειες που ενδιαφέρονται περισσότερο για το τι θα πει ο κόσμος παρά για το τι δεν λέει το παιδί τους. 
  • Υπάρχουν σπίτια όπου η εικόνα έχει μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια. Υπάρχουν κοινωνίες που σοκάρονται όταν συμβεί το κακό, αλλά πριν από αυτό δεν άκουγαν, δεν ρωτούσαν, δεν έβλεπαν.
  • Υπάρχουν ενήλικες που νομίζουν πως η φράση «έλα μωρέ, όλοι περάσαμε δύσκολα» είναι παρηγοριά, ενώ για ένα παιδί που πνίγεται μπορεί να ακούγεται σαν απόρριψη.
  • Και υπάρχουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτός ο ατελείωτος καθρέφτης σύγκρισης, όπου όλοι δείχνουν χαρούμενοι, όμορφοι, επιτυχημένοι, ερωτευμένοι, δυνατοί, άτρωτοι. Έφηβοι που ακόμη χτίζουν την ταυτότητά τους βλέπουν διαρκώς ζωές που μοιάζουν τέλειες και νιώθουν ανεπαρκείς.
Δεν είναι ανεπαρκείς. Αλλά έτσι νιώθουν. Και το συναίσθημα, στην εφηβεία, πολλές φορές γίνεται πιο δυνατό από την πραγματικότητα.
Εκεί είναι που χρειάζεται ο ενήλικας. Όχι για να κάνει κήρυγμα. Όχι για να ζητήσει λογαριασμό. Όχι για να πει «εγώ στην ηλικία σου». Αλλά για να σταθεί δίπλα. Να ακούσει. Να αντέξει τη σιωπή. Να μη φοβηθεί τη φράση «δεν είμαι καλά». Να μην την υποτιμήσει. Να μην την κάνει ντροπή.
Γιατί το υποστηρικτικό περιβάλλον, στη χώρα μας, παραμένει συχνά άθλιο. Όχι επειδή δεν υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τα παιδιά τους. Υπάρχουν. Αλλά επειδή πολλές φορές δεν ξέρουν πώς να τα αγαπήσουν όταν πονάνε.
Ξέρουν να πιέζουν, να συγκρίνουν, να διορθώνουν, να απαιτούν, να οργανώνουν, να πληρώνουν φροντιστήρια, να κυνηγούν επιδόσεις. Δεν ξέρουν όμως πάντα να ακούν χωρίς να πανικοβάλλονται. Να ρωτούν χωρίς να ανακρίνουν. Να αγκαλιάζουν χωρίς να ζητούν αντάλλαγμα.

Η αγάπη δεν είναι μόνο «σου πληρώνω το φροντιστήριο». Αγάπη είναι και «δεν πειράζει αν δεν αντέχεις». Αγάπη είναι «μίλα μου, δεν θα σε μαλώσω». Αγάπη είναι «η ζωή σου αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε επιτυχία». Αγάπη είναι «πρώτα να είσαι καλά και μετά όλα τα άλλα».
Και αυτό πρέπει να το πούμε με όλη τη δύναμη που έχει μια κοινωνία όταν θέλει πραγματικά να σώσει τα παιδιά της: η αυτοφροντίδα δεν είναι εγωισμός. Το «προσέχω τον εαυτό μου» δεν είναι πολυτέλεια. Το «αγαπώ τον εαυτό μου» δεν είναι αδυναμία.
Είναι η βάση για να σταθώ όρθιος. Και μόνο όταν σταθώ όρθιος μπορώ να αγαπήσω, να βοηθήσω, να δημιουργήσω, να προσφέρω, να κάνω πράγματα για τους άλλους.
Πρώτα σώζουμε τον άνθρωπο. Μετά έρχονται οι βαθμοί, οι σχολές, τα βιογραφικά, οι στόχοι, οι φιλοδοξίες.

Τέτοια περιστατικά δεν πρέπει να γίνονται κουτσομπολιό. Δεν πρέπει να γίνονται θέαμα. Δεν πρέπει να γίνονται υλικό για εύκολες αναρτήσεις και βιαστικά συμπεράσματα. Πρέπει να γίνονται καμπανάκι. Δυνατό. Ενοχλητικό. Από αυτά που δεν αφήνουν την κοινωνία να κοιμηθεί ήσυχη.

Να μιλήσουμε για την ψυχική υγεία στα σχολεία. Να μιλήσουμε σοβαρά, όχι τυπικά. Να υπάρχουν ψυχολόγοι, όχι στα χαρτιά. Να εκπαιδευτούν γονείς και εκπαιδευτικοί να αναγνωρίζουν σημάδια. Να σταματήσει η ντροπή γύρω από την κατάθλιψη, το άγχος, τον αυτοτραυματισμό, την ψυχική κατάρρευση.

Να πάψει το «τι θα πει ο κόσμος» να είναι πιο δυνατό από το «πώς είναι το παιδί μου».

Και εδώ, στη Θεσπρωτία, δεν είμαστε έξω από αυτή τη συζήτηση. Τα παιδιά μας ζουν την ίδια πίεση. Τα ίδια κινητά κρατούν. Τις ίδιες εξετάσεις φοβούνται. Τις ίδιες συγκρίσεις ακούν. Τις ίδιες σιωπές μπορεί να κουβαλούν.
Σε μικρές κοινωνίες, μάλιστα, το βάρος του «τι θα πουν οι άλλοι» γίνεται πολλές φορές ακόμη πιο ασφυκτικό.

Ας το πούμε λοιπόν απλά, καθαρά και χωρίς περιστροφές: κανένα παιδί δεν πρέπει να μένει μόνο του μέσα στο σκοτάδι του. Κανένα παιδί δεν πρέπει να πιστέψει ότι είναι βάρος. Κανένα παιδί δεν πρέπει να νιώσει ότι η αξία του εξαρτάται από ένα αποτέλεσμα.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να χαθεί επειδή οι μεγάλοι ήταν απασχολημένοι να φαίνονται σωστοί αντί να είναι παρόντες.

Η ζωή δεν τελειώνει στις Πανελλαδικές. Δεν τελειώνει σε μια αποτυχία. Δεν τελειώνει σε έναν χωρισμό, σε μια ντροπή, σε μια κακή χρονιά, σε μια μαύρη περίοδο, σε ένα βλέμμα απογοήτευσης.
Η ζωή αλλάζει. Αρκεί να υπάρχει κάποιος δίπλα να το πει την ώρα που πρέπει.
Και αρκεί το παιδί να το πιστέψει πριν σωπάσει.

Χριστίνα Π. Ευαγγέλου
Φιλόλογος

Αν νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε αδιέξοδο ή ανησυχείς για κάποιον δικό σου άνθρωπο, ζήτησε άμεσα βοήθεια. Η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018 λειτουργεί όλο το 24ωρο.

Σελίδες

Από το Blogger.
Επιστροφή στην κορυφή