Οι αλήθειες που έμειναν έξω από το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3 για την Ηγουμενίτσα
Το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3 για την Ηγουμενίτσα είχε αναμφίβολα ενδιαφέρον. Ήταν καλογυρισμένο, είχε όμορφες εικόνες, προσεγμένη αφήγηση και έδωσε στον τηλεθεατή μια γενική εικόνα για την πορεία της πόλης από έναν μικρό παραθαλάσσιο οικισμό στη σημερινή πύλη της Ελλάδας προς τη Δύση.
Όμως όταν μια δημόσια τηλεόραση καταπιάνεται με την ιστορία μιας πόλης, ειδικά μιας πόλης όπως η Ηγουμενίτσα, δεν αρκεί η ωραία εικόνα. Δεν αρκεί η ποιητική αφήγηση, ούτε οι νοσταλγικές αναμνήσεις. Χρειάζεται ιστορική ακρίβεια, ισορροπία και κυρίως θάρρος να ειπωθούν και οι δύσκολες πλευρές της τοπικής μνήμης.
Και εκεί ακριβώς το ντοκιμαντέρ άφησε σοβαρά κενά.
Η Ηγουμενίτσα δεν είναι μόνο το λιμάνι της. Δεν είναι μόνο το Ξενία, τα πρώτα καράβια για την Ιταλία, οι βόλτες στην παραλία, ο Θεσπρωτός, οι μυρωδιές από τα ψάρια και οι αναμνήσεις μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Είναι και η πόλη που χτίστηκε πάνω σε τραύματα. Είναι η πόλη που πέρασε μέσα από βίαιες ιστορικές τομές, από διοικητικές ανατροπές, από Κατοχή, από δολοφονίες, από καταστροφή και από μεταπολεμική επανεκκίνηση.
Αυτή η Ηγουμενίτσα δεν φωτίστηκε όσο έπρεπε.
Εδώ, όμως, υπήρξε ανάγκη για μεγαλύτερη ακρίβεια. Άλλο η παλιά Γουμενίτσα, άλλο η Ρεσαδιέ, άλλο ο μικρός οικισμός των αρχών του 20ού αιώνα και άλλο η νεότερη Ηγουμενίτσα που αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα του νομού. Αυτές οι φάσεις δεν πρέπει να συγχέονται. Η ιστορία της πόλης δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Είναι μια διαδρομή με διακοπές, αλλαγές, μετατοπίσεις και επανεκκινήσεις.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του ντοκιμαντέρ είναι η αδύναμη ανάδειξη της Κατοχής και των γεγονότων που σημάδεψαν άμεσα την ίδια την Ηγουμενίτσα.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για την ιστορία της Ηγουμενίτσας και να μη βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης η δολοφονία του Νομάρχη Θεσπρωτίας Γεωργίου Βασιλάκου από μουσουλμάνους Τσάμηδες;
Η δολοφονία του Βασιλάκου στις 19 Φεβρουαρίου 1942 δεν είναι μια περιφερειακή λεπτομέρεια. Δεν είναι μια υποσημείωση της ιστορίας. Είναι ένα από τα πιο βαριά γεγονότα της Κατοχής για την ίδια την Ηγουμενίτσα. Ο τότε νομάρχης δολοφονήθηκε μέσα στην πόλη, κοντά στο διοικητικό κέντρο της εποχής, και η μνήμη του είναι καταγεγραμμένη μέχρι σήμερα στον δημόσιο χώρο.
Όταν υπάρχει προτομή του δολοφονημένου νομάρχη στην Ηγουμενίτσα, όταν το γεγονός αποτελεί μέρος της τοπικής ιστορικής μνήμης, όταν συνδέεται με μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της πόλης, δεν μπορεί να απουσιάζει ή να υποβαθμίζεται σε ένα ντοκιμαντέρ που φιλοδοξεί να παρουσιάσει την ιστορία της.
Η παράλειψη αυτή είναι σοβαρή. Και γίνεται ακόμη σοβαρότερη επειδή το ντοκιμαντέρ αναφέρθηκε εκτενώς σε ζητήματα πληθυσμιακών μεταβολών, Τσάμηδων, μουσουλμανικών πληθυσμών, κατοχής και συγκρούσεων. Από τη στιγμή που άνοιξε αυτό το κεφάλαιο, όφειλε να το ανοίξει με πληρότητα και όχι επιλεκτικά.
Δεν γίνεται να μιλάμε για την Ηγουμενίτσα της κατοχής χωρίς τον Βασιλάκο. Δεν γίνεται να μιλάμε για τις σχέσεις των κοινοτήτων της περιοχής χωρίς να αναφερόμαστε στα γεγονότα που σημάδεψαν την ίδια την πόλη. Δεν γίνεται να παρουσιάζουμε την ιστορία με τρόπο που μαλακώνει τις αιχμές της, επειδή οι αιχμές είναι δύσκολες ή πολιτικά ευαίσθητες.
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το ζήτημα της καταστροφής της Ηγουμενίτσας το 1944.
Η σημερινή πόλη δεν είναι απλώς η συνέχεια ενός παλιού ψαροχωριού που μεγάλωσε επειδή είχε καλό λιμάνι. Είναι μια πόλη που καταστράφηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ξαναχτίστηκε. Η ολοκληρωτική καταστροφή της από τα γερμανικά στρατεύματα κατά την αποχώρησή τους δεν είναι ένα δευτερεύον επεισόδιο. Είναι το γεγονός που εξηγεί γιατί η μεταπολεμική Ηγουμενίτσα μοιάζει τόσο διαφορετική από την παλιά.
Αν δεν καταλάβει κανείς αυτή την καταστροφή, δεν μπορεί να καταλάβει τη σημερινή Ηγουμενίτσα. Δεν μπορεί να καταλάβει τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, τη νέα πολεοδομική της μορφή, τη σταδιακή συγκέντρωση υπηρεσιών, τη διαμόρφωση της νέας κοινωνικής της σύνθεσης και την ανάγκη να ξαναστηθεί σχεδόν από την αρχή ένας τόπος που είχε πληγεί βαθιά.
Το ντοκιμαντέρ μίλησε για την ανάπτυξη. Μίλησε για το λιμάνι. Μίλησε για την οικονομική άνοδο. Όμως η ανάπτυξη της Ηγουμενίτσας δεν ήρθε πάνω σε ανέγγιχτο έδαφος. Ήρθε μετά από καταστροφή. Και αυτό έπρεπε να ειπωθεί καθαρά, με βάρος και με σεβασμό.
Η Ηγουμενίτσα δεν έγινε πόλη επειδή απλώς την ευνόησε η γεωγραφία. Η γεωγραφία έπαιξε τεράστιο ρόλο, ασφαλώς. Ο κόλπος της, η θέση της απέναντι στην Κέρκυρα και την Ιταλία, η σύνδεση με τη Δύση, αργότερα η Εγνατία Οδός, όλα αυτά τη μετέτρεψαν σε ισχυρό λιμενικό και συγκοινωνιακό κόμβο. Όμως η ιστορία της δεν είναι μόνο γεωγραφία. Είναι και πολιτικές αποφάσεις, διοικητική επιλογή, πόλεμος, αίμα, ανοικοδόμηση, εσωτερική μετανάστευση, κοινωνική ανασύνθεση.
Ένα άλλο σημείο που χρειαζόταν πιο προσεκτική προσέγγιση είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκαν οι πληθυσμοί της περιοχής. Το ντοκιμαντέρ έκανε αναφορές σε μουσουλμάνους, Τσάμηδες, Αρβανιτόφωνους, Βλάχους, Μικρασιάτες, Κερκυραίους, δημόσιους υπαλλήλους, μαστόρους και εσωτερικούς μετανάστες. Αυτό είναι χρήσιμο, γιατί πράγματι η Ηγουμενίτσα διαμορφώθηκε από ανθρώπους διαφορετικής προέλευσης.
Όμως η εξιστόρηση αυτής της πολυμορφίας δεν πρέπει να οδηγεί σε εξομάλυνση των συγκρούσεων. Η πόλη δεν συγκροτήθηκε μόνο μέσα από ήρεμες συνυπάρξεις. Συγκροτήθηκε και μέσα από εντάσεις, αδικίες, φόβους, μετακινήσεις, βία και ιστορικές ρήξεις. Το να αναγνωρίζει κανείς την πολυπλοκότητα δεν σημαίνει να αποσιωπά τα γεγονότα. Αντιθέτως, τα τοποθετεί στη σωστή τους διάσταση.
Ειδικά στην περίοδο της κατοχής, χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Δεν μπορεί να υπάρξει συλλογική ενοχοποίηση ολόκληρων πληθυσμών. Αλλά δεν μπορεί και να υπάρξει απονεύρωση των πραγματικών γεγονότων. Υπήρξαν συνεργασίες με τις δυνάμεις κατοχής. Υπήρξαν εγκλήματα. Υπήρξαν θύματα. Υπήρξαν δολοφονίες. Υπήρξαν καταστροφές. Και στην Ηγουμενίτσα αυτά δεν είναι θεωρητικά ζητήματα. Είναι γεγονότα που άφησαν σημάδι στον τόπο.
Το ντοκιμαντέρ, αντί να σταθεί με καθαρότητα σε αυτά, έδωσε μεγαλύτερο χώρο σε μια πιο ήπια, πιο αφηγηματική, πιο νοσταλγική εικόνα. Αυτό ίσως κάνει την τηλεοπτική παρακολούθηση πιο εύκολη. Δεν κάνει όμως την ιστορική αφήγηση πιο πλήρη.
Ένα ακόμη σοβαρό κενό του ντοκιμαντέρ είναι ότι δεν γίνεται ουσιαστική αναφορά στους Χριστιανούς Αρβανίτες της περιοχής της Ηγουμενίτσας. Η αφήγηση στάθηκε αρκετά στους μουσουλμανικούς αρβανιτόφωνους πληθυσμούς, στους Βλάχους, στους Μικρασιάτες, στους Κερκυραίους και στους εσωτερικούς μετανάστες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της πόλης. Όμως απουσίασε σχεδόν πλήρως μια κρίσιμη κατηγορία του τοπικού πληθυσμού: οι Χριστιανοί Αρβανίτες, οι οποίοι αποτέλεσαν διαχρονικά σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας της περιοχής.
Η παράλειψη αυτή δεν είναι μικρή. Γιατί δημιουργεί την εντύπωση ότι η αρβανίτικη γλωσσική και πολιτισμική παρουσία συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ενώ στην πραγματικότητα υπήρχαν και χριστιανικοί αρβανιτόφωνοι πληθυσμοί, πλήρως ενταγμένοι στον ελληνικό εθνικό και κοινωνικό κορμό. Η ιστορία της Ηγουμενίτσας και της γύρω περιοχής δεν μπορεί να παρουσιαστεί με ακρίβεια αν δεν γίνει αυτή η διάκριση.
Οι Χριστιανοί Αρβανίτες δεν είναι απλώς μια γλωσσική λεπτομέρεια. Είναι μέρος της τοπικής κοινωνίας, της καθημερινής ζωής, των χωριών, των οικογενειών, της προφορικής παράδοσης και της ιστορικής συνέχειας της περιοχής. Η απουσία τους από την αφήγηση κάνει την εικόνα φτωχότερη και, σε έναν βαθμό, παραπλανητική. Διότι όταν μιλάμε για αρβανιτόφωνους πληθυσμούς στην περιοχή της Ηγουμενίτσας, δεν μπορούμε να τους παρουσιάζουμε μονοδιάστατα, ούτε να αφήνουμε να εννοηθεί ότι η αρβανίτικη γλώσσα ταυτιζόταν αποκλειστικά με μία θρησκευτική ή πολιτική ταυτότητα.
Αυτό ακριβώς ήταν ένα σημείο που το ντοκιμαντέρ όφειλε να εξηγήσει με μεγαλύτερη καθαρότητα. Η Ηγουμενίτσα και ο γύρω χώρος της δεν διαμορφώθηκαν μόνο από συγκρούσεις ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, ούτε μόνο από τις γνωστές μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες που αναφέρθηκαν. Διαμορφώθηκαν και από ανθρώπους που μιλούσαν αρβανίτικα, αλλά είχαν χριστιανική ταυτότητα, ελληνική εθνική συνείδηση και βαθιά οργανική σχέση με τον τόπο.
Αν η παραγωγή ήθελε πράγματι να αναδείξει τη γλωσσική και πολιτισμική πολυμορφία της Ηγουμενίτσας, τότε η αναφορά στους Χριστιανούς Αρβανίτες ήταν απαραίτητη. Διαφορετικά, η αφήγηση μένει μισή. Και μια μισή αφήγηση, όσο καλογυρισμένη κι αν είναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης ιστορική παρουσίαση.
Ανάλογη παράλειψη υπάρχει και ως προς τους Σαρακατσάνους, μια ακόμη πληθυσμιακή ομάδα με ισχυρή παρουσία στη νεότερη κοινωνική σύνθεση της Ηγουμενίτσας. Οι Σαρακατσάνοι, με τη νομαδική και αργότερα ημινομαδική κτηνοτροφική τους παράδοση, δεν αποτελούν απλώς μια λαογραφική αναφορά. Συνδέονται με την πορεία μετάβασης της περιοχής από τον παλιό αγροτοκτηνοτροφικό κόσμο στη μόνιμη εγκατάσταση, στην κοινωνική ένταξη και στη συμμετοχή στη ζωή της πόλης. Η εγκατάσταση οικογενειών, η συμβολή τους στην τοπική οικονομία, οι δεσμοί τους με την κτηνοτροφία, αλλά και η παρουσία τους στη συλλογική ζωή της Ηγουμενίτσας αποτελούν κομμάτι της νεότερης ταυτότητας του τόπου.
Η απουσία των Σαρακατσάνων από την αφήγηση φτωχαίνει ακόμη περισσότερο την εικόνα της πόλης. Διότι η Ηγουμενίτσα δεν διαμορφώθηκε μόνο από δημόσιους υπαλλήλους, ψαράδες, Βλάχους, Κερκυραίους, Μικρασιάτες ή εσωτερικούς μετανάστες. Διαμορφώθηκε και από οικογένειες με σαρακατσάνικες ρίζες, που κουβάλησαν έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, μια σκληρή εργασιακή ηθική, προφορική παράδοση, ήθη, τραγούδια, ενδυματολογικά και πολιτισμικά στοιχεία. Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα υπάρχει οργανωμένη σαρακατσάνικη παρουσία με σύλλογο στην Ηγουμενίτσα δείχνει πως δεν πρόκειται για μια μακρινή ή αδιάφορη ιστορική λεπτομέρεια, αλλά για ζωντανό κομμάτι της τοπικής κοινωνίας.
Υπάρχει επίσης μια αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η πόλη. Από τη μία, η Ηγουμενίτσα εμφανίζεται ως τόπος που σχεδόν επιβλήθηκε ως πρωτεύουσα απέναντι σε παλαιότερα ιστορικά κέντρα της Θεσπρωτίας. Από την άλλη, παρουσιάζεται σαν να είχε ήδη από μόνη της μια περίπου αυτονόητη ιστορική διαδρομή προς αυτόν τον ρόλο. Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Η Ηγουμενίτσα επιλέχθηκε και ενισχύθηκε επειδή είχε στρατηγική θέση και λιμενική προοπτική. Δεν ήταν εξαρχής το φυσικό αστικό κέντρο της περιοχής. Έγινε τέτοιο μέσα από διοικητικές αποφάσεις, κρατική παρουσία, λιμενικά έργα και μεταπολεμική ανάπτυξη.
Αυτό δεν μειώνει την Ηγουμενίτσα. Αντίθετα, κάνει την ιστορία της πιο ενδιαφέρουσα. Η πόλη δεν έχει ανάγκη από ωραιοποίηση. Η πραγματική της δύναμη βρίσκεται ακριβώς στο ότι κατάφερε να μεταμορφωθεί. Από μικρός οικισμός έγινε διοικητικό κέντρο. Από κατεστραμμένη πόλη έγινε λιμάνι διεθνούς σημασίας. Από τόπος πληγών έγινε κόμβος ανάπτυξης. Αυτή είναι η ουσία της ιστορίας της.
Και αυτή η ουσία, στο ντοκιμαντέρ, δεν αναδείχθηκε όσο έπρεπε.
Η δημόσια τηλεόραση οφείλει να υπηρετεί τη μνήμη με πληρότητα. Όχι με κραυγές, όχι με μονομέρεια, όχι με εθνικιστικές απλουστεύσεις, αλλά ούτε και με στρογγυλεμένες αφηγήσεις που αφήνουν έξω τα πιο δύσκολα σημεία. Η ιστορία της Ηγουμενίτσας χρειάζεται ισορροπία. Χρειάζεται να ειπωθεί και η ανάπτυξη και η καταστροφή. Και το λιμάνι και η δολοφονία Βασιλάκου. Και το Ξενία και τα καμένα σπίτια. Και τα πλοία για την Ιταλία και η μεταπολεμική αγωνία μιας πόλης που έπρεπε να ξαναχτιστεί.
Το ντοκιμαντέρ είχε υλικό, είχε πρόσωπα, είχε ατμόσφαιρα. Αυτό που του έλειψε ήταν η αποφασιστικότητα να πει την ιστορία της Ηγουμενίτσας σε όλο της το βάθος.
Δεν πρόκειται για μια απλή γκρίνια απέναντι σε μια τηλεοπτική παραγωγή. Πρόκειται για ζήτημα ιστορικής ευθύνης. Όταν οι νεότεροι μαθαίνουν την ιστορία της πόλης τους μέσα από τέτοιες παραγωγές, πρέπει να μαθαίνουν όχι μόνο όσα είναι όμορφα, αλλά και όσα είναι βαριά. Γιατί μόνο έτσι καταλαβαίνουν πραγματικά τον τόπο τους.
Η Ηγουμενίτσα δεν είναι μια πόλη χωρίς παρελθόν. Είναι μια πόλη με παρελθόν δύσκολο, πολυεπίπεδο και συχνά αιματηρό. Μια πόλη που δεν γεννήθηκε απλώς από το λιμάνι της, αλλά και από την ανάγκη να ξανασταθεί όρθια μετά από ιστορικές δοκιμασίες.
Αυτό είναι το μεγάλο κενό του ντοκιμαντέρ. Ότι έδειξε την Ηγουμενίτσα που προχώρησε, αλλά δεν φώτισε αρκετά την Ηγουμενίτσα που πόνεσε.
Και χωρίς αυτή τη δεύτερη Ηγουμενίτσα, η πρώτη δεν μπορεί να γίνει πραγματικά κατανοητή.
Βαγγέλης Α. Αναστασίου
Δείτε το βίντεο στο ERTFLIX
Άνοιγμα βίντεο


