Το ΣτΕ ακύρωσε την έκπτωση δημοτικών συμβούλων Ηγουμενίτσας για οφειλές προς τη ΔΕΥΑΗ
Σύμφωνα με επιβεβαιωμένες πληροφορίες του thespro.gr, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε δεκτές τις προσφυγές των δημοτικών συμβούλων του Δήμου Ηγουμενίτσας και ακύρωσε τη διοικητική πράξη με την οποία είχαν κηρυχθεί έκπτωτοι λόγω οφειλών προς τη ΔΕΥΑΗ, πράξη που είχε εκδοθεί από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας.
Η απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αποκαθιστά πλήρως τους αιρετούς, οι οποίοι στοχοποιήθηκαν και διαπομπεύτηκαν δημόσια χωρίς να έχουν όπως αποδείχθηκε πραγματική υπαιτιότητα.
Η υπόθεση ξεκίνησε την άνοιξη του 2024, όταν εκδόθηκε διαπιστωτική πράξη της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας με την οποία κρίθηκε ότι αιρετοί του Δήμου Ηγουμενίτσας εξέπεσαν από το αξίωμά τους, καθώς οι οφειλές τους (άνω των 300 ευρώ) δεν είχαν εξοφληθεί ή ρυθμιστεί έως την προθεσμία που προβλέπει το ισχύον πλαίσιο.
Η υπόθεση πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά, καθώς αφορούσε αιρετούς που είχαν εκλεγεί πρόσφατα και η εξέλιξη οδήγησε σε ορκωμοσίες αναπληρωτών, μεταβολές στις ισορροπίες και έντονη αντιπαράθεση για το αν επρόκειτο για απολύτως «τυπική» εφαρμογή του νόμου ή για υπερβολική κύρωση δυσανάλογη προς το πραγματικό γεγονός.
Στο ενδιάμεσο, μέρος των αιρετών πέτυχε προσωρινή δικαστική προστασία, επιστρέφοντας στα καθήκοντα με αποφάσεις αναστολής/προσωρινής δικαίωσης, κάτι που αποτύπωνε ήδη τότε ότι το ζήτημα δεν ήταν μονοσήμαντο και ότι υπήρχαν σοβαρά νομικά και πραγματικά ζητήματα ως προς τη βασιμότητα των διαπιστώσεων για τις οφειλές.
Το νομικό πλαίσιο για την έκπτωση αιρετών λόγω οφειλών έχει εφαρμοστεί πανελλαδικά, προκαλώντας σειρά προσφυγών στο ΣτΕ, με βασικό επίδικο να είναι η οριοθέτηση της «οφειλής» (ύψος, βεβαίωση, γνώση του οφειλέτη, δυνατότητα ρύθμισης), η διαδικασία διαπίστωσης, καθώς και το κατά πόσο η κύρωση εφαρμόζεται χωρίς περιθώριο στάθμισης σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν σφάλματα καταχωρίσεων, αμφισβητήσεις ή αντικειμενική αδυναμία έγκαιρης ενημέρωσης.
Πέρα από το καθαρά νομικό σκέλος, η υπόθεση στην Ηγουμενίτσα λειτούργησε ως πολιτικό "εργαλείο". Σε μια μικρή κοινωνία, η έννοια του «οφειλέτη» μετατρέπεται εύκολα σε στίγμα, ανεξάρτητα από το αν η οφειλή είναι πραγματική, αν προκύπτει από λογιστικό/διοικητικό λάθος ή αν έχει ήδη ρυθμιστεί. Έτσι, η διαδικασία της έκπτωσης δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως διοικητική πράξη νομιμότητας, αλλά ως γεγονός με ισχυρό συμβολικό φορτίο, ικανό να επηρεάσει τη δημόσια εικόνα προσώπων και παρατάξεων.
Όταν μια υπόθεση «χρεών» συνδέεται με έκπτωση, το δημόσιο ενδιαφέρον μεταφέρεται από την ουσία (αν υπάρχουν πραγματικές και ληξιπρόθεσμες οφειλές, πότε βεβαιώθηκαν, πότε ενημερώθηκε ο πολίτης/αιρετός, ποια υπηρεσία ευθύνεται για την ενημέρωση) στο εύκολο συμπέρασμα της ηθικής απαξίωσης.
Αυτό παράγει ένα διπλό αποτέλεσμα:
- υπονομεύει τη θεσμική εμπιστοσύνη, γιατί ένα τμήμα της κοινωνίας θεωρεί ότι «κάτι δεν πάει καλά» είτε με τους αιρετούς είτε με τη διοίκηση,
- αποθαρρύνει τη συμμετοχή στα κοινά, αφού το ρίσκο δημόσιας στοχοποίησης για διαδικαστικές ή αμφισβητούμενες οφειλές γίνεται δυσανάλογο.
Εφόσον το ΣτΕ ακύρωσε τη διαπιστωτική πράξη έκπτωσης, τότε το μήνυμα είναι σαφές. Δεν αρκεί μια τυπική επίκληση οφειλής, αλλά απαιτείται πλήρης και ορθή διοικητική τεκμηρίωση και διαδικαστική νομιμότητα πριν εφαρμοστεί η βαρύτερη κύρωση που μπορεί να επιβληθεί σε εκλεγμένο αιρετό.
Το ακριβές σκεπτικό θα αποτυπωθεί στο κείμενο της απόφασης με τη δημοσίευση/καθαρογραφή της.
Μετά από αυτή την εξέλιξη, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο η επιστροφή των αιρετών, αλλά η θεσμική αυτοκριτική:
- Πώς βεβαιώνονται και κοινοποιούνται οι οφειλές από υπηρεσίες και δημοτικές επιχειρήσεις, ώστε να μην παράγονται «αιφνιδιασμοί»;
- Ποια ασφαλιστική δικλείδα πρέπει να υπάρχει για περιπτώσεις αμφισβητούμενων/λανθασμένων χρεώσεων;
- Και, κυρίως, πώς προστατεύεται η δημοκρατική εντολή από διαδικασίες που, όταν εφαρμόζονται άκαμπτα, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μηχανισμό δημόσιας απαξίωσης.

