Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας


Όταν η ελεγχόμενη φωτιά μένει στα χαρτιά, ανάβει η ανεξέλεγκτη

Όταν η ελεγχόμενη φωτιά μένει στα χαρτιά, ανάβει η ανεξέλεγκτη


Η φωτιά στα βοσκοτόπια της Θεσπρωτίας δεν ήταν πάντοτε συνώνυμη με τον εμπρησμό, την καταστροφή ή την εγκληματική αδιαφορία. Για πολλές γενιές κτηνοτρόφων αποτελούσε ένα πρακτικό εργαλείο διαχείρισης της γης, σε έναν τόπο όπου η βόσκηση δεν ήταν απλώς επάγγελμα, αλλά βασικός πυλώνας της τοπικής οικονομίας και της επιβίωσης ολόκληρων οικογενειών.

Οι παλιοί κτηνοτρόφοι δεν έκαιγαν τα βοσκοτόπια για να καταστρέψουν το βουνό. Έκαιγαν, συνήθως σε εποχές αυξημένης υγρασίας και χαμηλών θερμοκρασιών, για να απομακρύνουν την ξερή βλάστηση, να περιορίσουν τους πυκνούς και μη βρώσιμους θάμνους και να δημιουργήσουν χώρο για νέα, τρυφερή βλάστηση, την οποία μπορούσαν να καταναλώσουν τα πρόβατα και οι γίδες.

Η πρακτική αυτή στη Θεσπρωτία δεν αποτελεί οικογενειακή αφήγηση ή λαϊκό μύθο. Είναι επιστημονικά καταγεγραμμένη.

Ήδη από το 1976, ο καθηγητής Βασίλειος Παπαναστάσης μελέτησε ειδικά τον ρόλο της φωτιάς και της βόσκησης στις φυτοκοινωνίες της ασφάκας στη Θεσπρωτία. Στη σχετική έρευνα αναφερόταν ότι η περιοδική καύση χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για τη βελτίωση της δυνατότητας των χειμερινών βοσκοτόπων να συντηρούν πρόβατα.

Μεταγενέστερη επιστημονική έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Καρβουνάρι Θεσπρωτίας, κατέγραφε ότι οι εκτάσεις με ασφάκα αποτελούσαν σημαντικό μέρος των βοσκοτόπων της περιοχής. Η ασφάκα είναι θάμνος που τα ζώα κατά κανόνα δεν τρώνε και, όταν πυκνώνει, δυσκολεύει ακόμη και την κίνηση των προβάτων, αφαιρώντας στην πράξη πολύτιμη γη από τη βόσκηση. Η ίδια μελέτη σημείωνε ότι οι βοσκοί χρησιμοποιούσαν επί μακρόν τη φωτιά για να περιορίζουν το φυτό και να αυξάνουν τη βοσκοϊκανότητα των εκτάσεων.

Αυτή είναι η πραγματικότητα που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση. Η φωτιά δεν γεννήθηκε ως παραβατική συνήθεια. Γεννήθηκε ως απάντηση σε μία υπαρκτή ανάγκη: πώς θα βρει τροφή το κοπάδι σε μια ορεινή ή ημιορεινή έκταση που έχει κλείσει από την ασφάκα, τα αγκάθια, τους θάμνους και την παλιά, ξυλώδη βλάστηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε καύση ήταν σωστή ή ακίνδυνη. Οι ίδιες επιστημονικές μελέτες προειδοποιούν ότι οι ανεξέλεγκτες και συχνές φωτιές μπορεί να έχουν περισσότερες αρνητικές από θετικές συνέπειες. Μπορεί να προκαλέσουν διάβρωση, απώλεια φυτοκάλυψης, υποβάθμιση του βοσκοτόπου και, ασφαλώς, να εξελιχθούν σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά.

Άλλο, όμως, η απόρριψη της ανεξέλεγκτης φωτιάς και άλλο η συνολική δαιμονοποίηση της χρήσης της φωτιάς ως διαχειριστικού εργαλείου.

Από την παραδοσιακή πρακτική στην κρυφή φωτιά

Για χρόνια, η Πολιτεία αντιμετώπισε το ζήτημα κυρίως με απαγορεύσεις, ποινές και διοικητικά πρόστιμα. Η λογική ήταν απλή: όσο δυσκολότερο γίνεται να ανάψει κάποιος φωτιά, τόσο λιγότερες φωτιές θα έχουμε.

Η πράξη, όμως, είναι πιο σύνθετη.

Η κτηνοτροφική ανάγκη δεν εξαφανίζεται επειδή αυστηροποιείται ο νόμος. Ο θάμνος συνεχίζει να εξαπλώνεται. Η ασφάκα συνεχίζει να κλείνει τον βοσκότοπο. Το κόστος ζωοτροφών παραμένει βαρύ. Τα κοπάδια εξακολουθούν να χρειάζονται διαθέσιμη βλάστηση και ο ηλικιωμένος, συχνά οικονομικά πιεσμένος κτηνοτρόφος δεν διαθέτει πάντοτε μηχανήματα, εργάτες ή χρήματα για εκτεταμένους μηχανικούς καθαρισμούς.

Όταν, λοιπόν, η Πολιτεία δεν προσφέρει έναν απλό, λειτουργικό και οργανωμένο νόμιμο δρόμο, δημιουργεί τον κίνδυνο κάποιοι να καταφύγουν στον κρυφό δρόμο: να βάλουν φωτιά χωρίς άδεια, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πυροσβεστικό όχημα, χωρίς αντιπυρικές ζώνες και, πολλές φορές, να φύγουν από το σημείο ώστε να μην εντοπιστούν.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ για τις πυρκαγιές στην Ελλάδα καταγράφει ότι οι φωτιές που συνδέονται με καθαρισμό βοσκοτόπων από κτηνοτρόφους υπήρξαν συνηθισμένες σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας και ότι, όταν τέτοιες αγροτικές καύσεις δεν διαχειρίζονται σωστά, μπορούν να μετατραπούν σε δασικές πυρκαγιές.

Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι πίσω από κάθε φωτιά βρίσκεται ένας κτηνοτρόφος, ούτε είναι θεμιτό να ενοχοποιείται συλλογικά ένας ολόκληρος επαγγελματικός κλάδος. Μπορεί, όμως, να υποστηριχθεί ότι όταν μια παλιά και πραγματική ανάγκη δεν εντάσσεται σε ένα προσβάσιμο σύστημα νόμιμης διαχείρισης, αυξάνεται ο κίνδυνος να εκφραστεί παράνομα και ανεξέλεγκτα.

Τι επιτρέπει πραγματικά η νομοθεσία

Η ισχύουσα Πυροσβεστική Διάταξη 9/2024 δεν απαγορεύει πλήρως τη χρήση φωτιάς για την αναβλάστηση βοσκοτόπων. Από την 1η Μαΐου έως τις 31 Οκτωβρίου την επιτρέπει σε ημέρες χαμηλού ή μέσου κινδύνου πυρκαγιάς, υπό συγκεκριμένους όρους. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, άδεια όπου απαιτείται, γνωστοποίηση στην Πυροσβεστική 72 ώρες πριν, καύση μέχρι τις 11 το πρωί, διαρκή επιτήρηση, αντιπυρική ζώνη πέντε ή δέκα μέτρων, διαθέσιμο νερό και έλεγχο πλήρους κατάσβεσης. Ανάλογες προϋποθέσεις ισχύουν και εκτός αντιπυρικής περιόδου.

Από τον Φεβρουάριο του 2026, μάλιστα, ο νόμος 5281/2026 αναγνωρίζει ρητά την προδιαγεγραμμένη καύση ως προγραμματισμένη και ελεγχόμενη χρήση της φωτιάς, μεταξύ άλλων για τη βελτίωση βοσκήσιμων γαιών, τη διαχείριση της βλάστησης και την πρόληψη δασικών πυρκαγιών.

Η εξέλιξη αυτή είναι θετική. Αποτελεί, ουσιαστικά, την παραδοχή ότι η φωτιά δεν είναι μόνο εχθρός. Υπό επιστημονικό σχεδιασμό, συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες, κατάλληλη εκπαίδευση και επιχειρησιακή επιτήρηση μπορεί να αποτελέσει εργαλείο διαχείρισης.

Το πρόβλημα είναι ότι το νέο σύστημα παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωτικό και σύνθετο. Οι μελέτες πρέπει να εκπονούνται από τις δασικές υπηρεσίες ή κατόπιν ανάθεσης, να εγκρίνονται με τη σύμφωνη γνώμη των Περιφερειακών Πυροσβεστικών Διοικήσεων και οι καύσεις να πραγματοποιούνται από κοινά συνεργεία δασικών υπηρεσιών και Πυροσβεστικού Σώματος. Η πρώτη πλήρης κατάρτιση των σχετικών μελετών μπορεί να φθάσει έως τις 30 Νοεμβρίου 2027, ενώ στο μεσοδιάστημα προβλέπονται πιλοτικές εφαρμογές σε περιοχές προτεραιότητας.

Με απλά λόγια, η Πολιτεία αναγνώρισε επιτέλους το εργαλείο, αλλά δεν το έχει ακόμη μετατρέψει σε μία εύκολα προσβάσιμη υπηρεσία για τον κτηνοτρόφο ενός απομακρυσμένου χωριού της Θεσπρωτίας.

Η Θεσπρωτία μπορεί να γίνει περιοχή πρότυπο

Η απάντηση δεν είναι να επιτρέπεται στον καθένα να καίει όπου και όποτε θέλει. Αυτό θα ήταν επικίνδυνο και ανεύθυνο.

Η απάντηση είναι ένα οργανωμένο πρόγραμμα διαχείρισης βοσκοτόπων στη Θεσπρωτία, με συμμετοχή της Διεύθυνσης Δασών, της Πυροσβεστικής, της Περιφέρειας Ηπείρου, των δήμων, επιστημόνων της λιβαδοπονίας και των ίδιων των κτηνοτρόφων.

Να καταγραφούν οι εκτάσεις που έχουν πραγματική ανάγκη καθαρισμού. Να οριστούν ασφαλείς περίοδοι καύσης, κατά προτίμηση τον χειμώνα και μόνο με τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, ανέμου και θερμοκρασίας. Να δημιουργούνται αντιπυρικές ζώνες. Να βρίσκονται στο σημείο πυροσβεστικές δυνάμεις, υδροφόρες και εκπαιδευμένο προσωπικό. Να καίγονται μικρά και ελεγχόμενα τμήματα, όχι ολόκληρες πλαγιές. Να ακολουθεί επιστημονικά σχεδιασμένη βόσκηση, ώστε η νέα βλάστηση να μη λεηλατείται αμέσως και να μην υποβαθμίζεται το έδαφος.

Οι κτηνοτρόφοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως ύποπτοι. Γνωρίζουν τις εκτάσεις, τη βλάστηση, τα περάσματα του ανέμου, τα σημεία όπου κρατά υγρασία και την ιστορία κάθε βοσκοτόπου. Η γνώση τους δεν μπορεί να αντικαταστήσει την επιστήμη και τους κανόνες ασφαλείας, μπορεί όμως να γίνει πολύτιμο μέρος ενός σύγχρονου συστήματος πρόληψης.

Η ανεξέλεγκτη φωτιά πρέπει να παραμένει παράνομη και να τιμωρείται. Παράλληλα, όμως, η νόμιμη, προδιαγεγραμμένη και επιτηρούμενη καύση πρέπει να πάψει να αποτελεί μόνο μία δυνατότητα γραμμένη σε νόμους και μελλοντικές μελέτες.

Διότι όταν η Πολιτεία γνωρίζει ότι υπάρχει μια πραγματική ανάγκη, γνωρίζει ότι υπάρχει μια παλιά πρακτική και γνωρίζει ότι η πλήρης καταστολή της μπορεί να τη σπρώξει στην παρανομία, έχει υποχρέωση να δημιουργήσει έναν εφαρμόσιμο νόμιμο δρόμο.

Όταν ο δρόμος της ελεγχόμενης καύσης μένει κλειστός, δύσβατος ή μόνο στα χαρτιά, κάποιοι θα αναζητήσουν τον παράνομο δρόμο.

Και τότε, το σπίρτο μπορεί να το κρατά το χέρι του κτηνοτρόφου, αλλά την επικίνδυνη συνθήκη την έχει δημιουργήσει η ίδια η Πολιτεία.


Βιβλιογραφία – Πηγές

Παπαναστάσης, Β.Π. (1976). Ο ρόλος του πυρός και της βοσκήσεως υπό προβάτων εις τους ασφακώνας Θεσπρωτίας. Κέντρο Δασικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος, Δελτίον Ερευνών αρ. 81, Θεσσαλονίκη, 35 σελ.

Roukos, C., Papanikolaou, K., Nikolaou, E., Chatzitheodoridis, F. & Mountousis, I. (2008). “Effects of Fertilization and Clipping of Phlomis fruticosa L. on a Phryganic Ecosystem: The Case of Thesprotia, Northwest Greece”. American Journal of Environmental Sciences, 4(6), σελ. 551–557. DOI: 10.3844/ajessp.2008.551.557.

Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης – OECD (2024). Taming Wildfires in the Context of Climate Change: The Case of Greece. OECD Environment Policy Papers, αρ. 43, OECD Publishing, Παρίσι. DOI: 10.1787/cfb797a7-en.

Ελληνική Δημοκρατία – Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας (2024). Απόφαση 21545 οικ. Φ.700.9/2024, «Έγκριση της υπ’ αριθ. 9/2024 Πυροσβεστικής Διάταξης – Καθορισμός μέτρων και μέσων για την πρόληψη και αποφυγή εκδήλωσης πυρκαγιών». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ Β΄ 2387/22.04.2024.

Ελληνική Δημοκρατία (2026). Νόμος 5281/2026, «Ενεργή μάχη: Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών», ιδίως άρθρα 36–40 για την προδιαγεγραμμένη καύση, την ελεγχόμενη χρήση πυρός και την ελεγχόμενη βόσκηση. Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ Α΄ 28/25.02.2026.

Σελίδες

Από το Blogger.
Επιστροφή στην κορυφή