Η ιστορία του γαλλικού ποδοσφαίρου: μια φοβερή διαδρομή από τα λιβάδια στα γήπεδα
Πριν το 1885, κανείς δεν το έλεγε γαλλικό. Δεν είχε καν όνομα. Ήταν απλά “το παιχνίδι” της Κυριακής, ανάμεσα σε δύο χωριά. Ένα λιβάδι, μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια ή τρίχες αλόγου και οι παίκτες ήταν είτε 20, είτε 40, είτε 80. Δεν υπήρχαν ούτε κανόνες, ούτε διαιτητές, ούτε όρια.
Πάνω από 140 χρόνια μετά το γαλλικό ποδόσφαιρο είναι ένα πολύ δημοφιλές άθλημα - ειδικά στο στοιχηματικό χώρο - που μετρά οπαδούς και εκτός της Ιρλανδίας! Οκ, μπορεί να μην έχει την αίγλη που έχει το παραδοσιακό ποδόσφαιρο και διοργανώσεις σαν το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026, όμως αποκτά ολοένα και πιο “φανατικό” κοινό!
Πως ξεκίνησε το γαλλικό ποδόσφαιρο
Οι παίκτες μπορούσαν να κλωτσήσουν τη μπάλα όπου ήθελαν είτε με το πόδι τους, είτε να τη χτυπήσουν με γροθιά, σαν να χτυπούν τον αντίπαλό τους στο μποξ, είτε να την κουβαλήσουν, να την πετάξουν ή να την κυνηγήσουν, χωρίς κανένα περιορισμό. Περνούσες πίσω από την εκκλησία, πίσω από το ποτάμι ή το γειτονικό χωράφι. Το παιχνίδι άρχιζε μετά τη λειτουργία και τελείωνε όταν έπεφτε το φως του ήλιου και για κάποιους όταν έπεφταν κάτω ξεροί από κούραση ή από χτύπημα. Όπως καταλαβαίνετε ήταν πιο πολύ παιχνίδι που το μάθαινε κανείς μόνος του και όχι όπως αν πήγαινε σε κάποιο camp για να μάθει να παίζει, όπως γίνεται με το κλασικό ποδόσφαιρο.
μπορούσαν να υπάρχουν ούτε προβλέψεις για νικητή ούτε “έγκυρα” προγνωστικά στοιχήματος σε τέτοια ματς!
Οι Άγγλοι κατακτητές προσπάθησαν να απαγορεύσουν το παραδοσιακό αυτό παιχνίδι (και ειδικά τις βίαιες κλωτσιές, το λεγόμενο “hocking”), όμως μάταια. Δεν μπόρεσαν να το εξαφανίσουν ούτε με νόμους, ούτε καν με τον στρατό τους, ο οποίος επενέβαινε, προκειμένου να σταματήσει βίαια επεισόδια, μετά από αγώνες.
Τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήσει το παιχνίδι και αυτό γιατί δεν ήταν απλά ένα βίαιο σπορ, άλλα ήταν η ίδια η ιρλανδική κουλτούρα και η ενιαία “γλώσσα” του τόπου, υπήρχε πριν τους κατακτητές και δεν γινόταν με τίποτα να ξεριζωθεί. Ο κόσμος συνέχιζε να το παίζει και στην ουσία συνέχισε να δηλώνει με τον τρόπο αυτό την ταυτότητά του.
Το 1884, ο δάσκαλος, ο Μάικλ Κιούσακ έγραψε ένα άρθρο με τίτλο “Τα αγγλικά παιχνίδια συντρίβουν την ιρλανδική ανδρεία”. Θέλησε να χτίσει ένα ιρλανδικό παιχνίδι που να μην αντιγράφει το ποδόσφαιρο ή το ράγκμπι, να μην είναι βίαιο και να βγάζει νόημα. Και πάνω από όλα, να κρατήσει την ταυτότητα του.
Μαζί με τον Μόρις Ντέιβιν, έναν σφυροβόλο, ίδρυσαν τον Γαλλικό Αθλητικό Σύλλογο (GAA), όπου το γαλλικό ποδόσφαιρο εξελίχθηκε μέσα από δοκιμές, διορθώσεις, πειραματισμούς και την υιοθέτηση στοιχείων από παλιότερα τοπικά παιχνίδια.
Οι κανόνες του γαλλικού ποδοσφαίρου
Η πρώτη πρόβα έγινε όχι και τόσο πετυχημένα στις 17 Ιανουαρίου, το 1885. Είναι η πρώτη φορά που δύο ομάδες δοκίμασαν να παίξουν κατά κάποιο τρόπο με κανόνες. Kilkenny εναντίον Callan. 21 παίκτες εναντίον 21.
Μέτρησαν μόνο γκολ και το παιχνίδι παρότι είχε στρογγυλή μπάλα έμοιαζε με ράγκμπι, με πολλά μπερδέματα, σπρωξίματα, χωρίς οργανωμένες φάσεις, που κατέληξε σε χάος.
Αυτή η αποτυχημένη δοκιμή ήταν η αιτία για να γράψει ο Ντέιβιν τους σωστούς κανόνες ένα μήνα αργότερα: 17 παίκτες (που το 1892, καθιερώθηκαν οριστικά σε 15, που ισχύουν μέχρι σήμερα), 4 βήματα, 3 πόντοι το γκολ, 1 πόντος η μπάλα πάνω, διαιτητής κ.λπ.
Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, κάθε επαρχία έχει σύλλογο. Όμως, η νομιμοποίηση του γαλλικού ποδοσφαίρου έρχεται από τους ιερείς, οι οποίοι γίνονται οι πρώτοι προπονητές, οι πρώτοι πρόεδροι των συλλόγων, φέρνοντάς το στο κέντρο της κοινωνικής ζωής. Μια ομάδα παίρνει άδεια για να παίξει μόνο αν μετά τον αγώνα εκκλησιαστεί, έτσι όχι μόνο η βία υποχωρεί, αλλά και το άθλημα γίνεται εθνικό.
Το 1887 γίνεται το πρώτο πρωτάθλημα. Χωρίς ομίλους, βαθμολογίες ή ρεβάνς. Αν έχανες ένα ματς, αποκλειόσουν κατευθείαν. Ήταν απλό, σκληρό, και χωρίς δεύτερη ευκαιρία. Οι ομάδες ταξίδευαν με άλογα, κάρα και ποδήλατα. Οι παίκτες πλήρωναν απ' την τσέπη τους. Αυτό το πρώτο πρωτάθλημα είχε μια απλότητα και έναν ρομαντισμό, ο οποίος μεταδόθηκε και στους ρεπόρτερ, οι οποίοι αντί για ρεπορτάζ έγραφαν ποιήματα και έφτιαξαν με την πένα τους θρύλους.
Όλα κύλησαν κάπως έτσι, μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Από το 1916 ως το 1923, ο πόλεμος για την ανεξαρτησία, αλλά και ο εμφύλιος υπήρξαν από τις πιο αιματηρές περιόδους της ιρλανδικής ιστορίας. Τα πρωταθλήματα, όμως, δεν σταμάτησαν. Οι Άγγλοι συνελάμβαναν παίκτες μετά από αγώνες γιατί πίστευαν ότι ανήκαν στην αντίσταση, και δεν είχαν άδικο.
Μια πενταετία αργότερα, το 1928, το γαλλικό ποδόσφαιρο γίνεται από εθνικό άθλημα και εθνικό θέαμα, αφού μέσω τού ραδιοφώνου και της τηλεόρασης μπαίνει όχι μόνο στα σαλόνια, αλλά και στις καρδιές των κοριτσιών και των μαμάδων τους, οι οποίες μαθαίνουν τα ονόματα όλων των ανύπαντρων παικτών.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο 21ο αιώνα, όπου το γαλλικό ποδόσφαιρο γίνεται υπερ- επαγγελματικό, εμπορικό, επιστημονικό, που όμως παραμένει το μόνο άθλημα όπου ο παπάς είναι πρόεδρος και ο δάσκαλος προπονητής. Ακολουθώντας την εποχή, οι παίκτες φοράνε ζώνες με GPS, ο γιατρός μετράει λίπος στο αυτί και ο φυσιοθεραπευτής μετράει τον ύπνο τους.
Όμως, καμία εταιρεία, κανένα μάρκετινγκ και καμία τηλεόραση δεν δημιούργησε αυτό το άθλημα, παρά το γεγονός ότι το 2014 μεταδόθηκε ο τελικός ζωντανά σε 42 χώρες και σήμερα έχει εκατομμύρια φανς σε όλο τον κόσμο! Το δημιούργησαν αγρότες, ψαράδες, παιδιά, μεθυσμένοι, άγιοι και αμαρτωλοί, οι οποίοι απλά ήθελαν να κλωτσήσουν τη δική τους, ιρλανδική μπάλα. Το γαλλικό ποδόσφαιρο, μαζί με το χέρλινγκ είναι τα δύο εθνικά αθλήματα της χώρας.

