Στην Εκκλησία της Ευαγγελίστριας (Ηγουμενίτσα,1948) - Του Θεόδωρου Ν. Κώτσιου

Στην Εκκλησία της Ευαγγελίστριας (Ηγουμενίτσα,1948) - Του Θεόδωρου Ν. Κώτσιου 



Πρώτο πρωινό του Τήρη, του Πήπη και των υπολοίπων, στο νέο περιβάλλον. Με τα αποδεικτικά μετεγγραφής στα χέρια κατηφορίζουν. Περνούν τα χωρίς όρια ελαιοπερίβολα Μιχαλά και περπατούν στην παραλιακή οδό. Η θάλασσα ανακατεμένη, αλλά χωρίς πλεούμενα. Στρίβουν δεξιά, συναντούν ένα διώροφο ξενοδοχείο, στο ισόγειο του οποίου στεγάζονται η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και η Αγροτική Τράπεζα, και καταλήγουν στη βάση ενός λοφίσκου, στην κορυφή του οποίου, όπως τους πληροφόρησαν, στεγάζεται το νεοσυσταθέν γυμνάσιο. Ανεβαίνουν μια μικρή ανηφοριά, και βρίσκονται μπροστά σ’ ένα παλιό κτίριο, που έχει σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, και αποτελείται από τοίχους καλοφκιαγμένους, μια ανεκτή οροφή κεραμοσκεπασμένη, αρκετά παράθυρα, δύο εισόδους, ένα μεγάλο δωμάτιο, τέσσερα μικρότερα, κι ένα μικρό. Το δάπεδο στη μεγαλύτερη επιφάνεια χωματένιο. Οι δυο βορεινές αίθουσες είναι καλά κλεισμένες και στο εσωτερικό τους διακρίνονται μαυροπίνακες και κινητοί πάγκοι συνεχείας. Το μικρό δωματιάκι, προς τη δυτική πλευρά, προφανώς γραφείο των καθηγητών, φιλοξενεί ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες και μια ντουλάπα. Οι υπόλοιπες αίθουσες ημιτελείς, κενές περιεχομένου, χωρίς εσωτερικές πόρτες, και με ορισμένα τζάμια σπασμένα.

Σε απόσταση πέντε περίπου μέτρων το σφαγείο της πόλης, σε άμεση επαφή με το κύμα. Κείνη τη στιγμή βρισκόταν σε εργασία. Ζωντανά σε σειρά άφηναν την τελευταία τους πνοή φωνασκούντα. Αίματα έτρεχαν και χρωμάτιζαν την αμμουδιά. Δέρματα νωπά σχημάτιζαν θημωνιές. Εκδορείς δούλευαν με τις μάχαιρες, κι όταν εκκένωναν τα άχρηστα εσωτερικά, χαρακτηριστικές μυρωδιές διαχέονταν στο γύρω χώρο. Και ενώ όλα αυτά, τα βαριά και τα ασήκωτα, συνέβαιναν μπροστά στα μάτια των έκπληκτων μαθητών, δυο εργάτες, που έρχονται να πιάσουν δουλειά στην οικοδομή, τους πληροφορούν, ότι το γυμνάσιο λειτουργεί προσωρινά στην Εκκλησία της Ευαγγελίστριας, ακριβώς στον απέναντι λόφο. Οι νεαροί, χωρίς να χάνουν καιρό, κατεβαίνουν και διαπερνούν το δημόσιο δρόμο. Τι δημόσιο δρόμο, δηλαδή, ένα κακό χάλι· που όλο κάρα τον χρησιμοποιούν, μ’ ένα ή δυο άλογα εμπρός και τον οδηγό να κρατάει τα χαλινά· κι αυτά τα φορτηγάκια να εκπέμπουν κρότους δυνατούς με τις σιδερένιες ρόδες τους· αλλά και να ραντίζουν τους τυχερούς διερχόμενους με νερό αναμιγμένο με κοκκινόχωμα· ό,τι πρέπει για να αποτυπωθούν πίνακες ζωγραφικής στα παντελόνια και τα πουκάμισα, τα οποία παίζουν αυτόματα το ρόλο καμβά για καλλιτέχνη. Ακολουθεί ένα μονοπάτι ανηφορικό, που έχει διαμορφωθεί από τις πατημασιές των ανθρώπων. Ένθεν – κακείθεν του δρομίσκου πεύκα καχεκτικά, αρρωστιάρικα, με μια τούφα στην κορυφή, που φιλοξενεί φωλιές πουλιών σε ποικιλία. Οι κορμοί τους γυμνοί με χαρακιές και ιερογλυφικά, τα οποία εκπέμπουν μηνύματα κρυφά, ακαταλαβίστικα. Μόνο σ’ ένα απ’ αυτά τα δέντρα το γραπτό έχει σαφήνεια. Μια καρδιά περικλείουσα τις λέξεις, «Σταυρούλα, σ’ αγαπώ», και υπογραφή ένα σίγμα τελικό. Άιντε τώρα να μαντέψεις, άιντε να βρεις το συγγραφέα, που πόναγε για μια Βούλα, κι αυτή, η κακούργα, αντιστεκόταν και τον παίδευε· και τον ανάγκασε να χρησιμοποιήσει το φυτό για να αποτυπώσει, για να δημοσιοποιήσει τον καημό του, κι έτσι να εξακολουθήσει το ντέρμπι του, ο σεβντάς του, να βρίσκεται στην επικαιρότητα, όσο το ταλαιπωρημένο δεντρί θα είναι εν ζωή. Τα παιδιά βρίσκονται τώρα στην είσοδο του ναού. Κάνουν το σταυρό τους και εισέρχονται. Την ώρα, όμως, εκείνη, μέσα γινόταν μάθημα. Κι ένας καθηγητής ασπρομάλλης, ψηλός, καλοστεκούμενος, τους έκανε νόημα να περιμένουν εκτός, μέχρι να χτυπήσει ο κώδωνας.

Στο διάλειμμα, ο Σιμέλης, ο Πετρέλης, και οι υπόλοιποι, μπαίνουν στην Εκκλησία της Ευαγγελίστριας και παραδίνουν τα διαπιστευτήριά τους στο γυμνασιάρχη, ο οποίος, αφού τα ανάγνωσε, καλωσόρισε τα παιδιά, και πριν την έναρξη της δεύτερης ώρας έκανε και τις ανάλογες συστάσεις για τις νέες αφίξεις. Τα εκ Παραμυθίας μαθητούδια, αναθυμούμενα τις ευκολίες τού τέως γυμνασίου τους, ρίχνουν μια ματιά γύρω τους και απογοητεύονται. Το εσωτερικό τού ναού δεν έχει διαρρυθμίσεις, είναι απλό. Ο εκτός του ιερού χώρος είναι ενιαίος. Σε επαφή με τους τοίχους υπάρχουν στασίδια. Αρκετές καρέκλες ψάθινες, διεσπαρμένες, ορισμένα σκαμνάκια ατομικής χρήσης, και δυο μαυροπίνακες. Δυο παραθυράκια από τη μια μεριά και δυο αντίστοιχα από την άλλη, σαν μικρά παρατηρητήρια, σαν φινιστρίνια. Ο ουρανός συννεφιασμένος, μια μαυρίλα, μια σκοτεινιά. Τα καντήλια αναμμένα για να βοηθήσουν στην ανάγνωση των κειμένων. Μια ομοίωση του κρυφού σχολειού της παλιάς εποχής. Και οι εικόνες των Αγίων και των Οσίων, μ’ εκείνα τα αποστεωμένα σώματα και τους ζυγούς ακριβείας στα χέρια, και κάτι σπαθιά ίσια με κάτω, και κάτι βλέμματα αυστηρά σαν δίκοπο μαχαίρι, φορτίζουν την ατμόσφαιρα, και δημιουργούν ένα κλίμα βαρύ και ασήκωτο.

Κάθε τάξη καταλαμβάνει ένα τεταρτημόριο της ωφέλιμης επιφάνειας. Στο νοτιοανατολικό τμήμα, ο μαθηματικός διδάσκει στην Πέμπτη Οκταταξίου Άλγεβρα και ειδικότερα τις «ταυτότητες». Σηκώνει στον πίνακα ένα παιδί, που σε λίγο το καθίζει, περιλούζοντάς το με τη λέξη «μπαίγνιο». Ακολουθεί δεύτερο με την ίδια τύχη και άλλο κοσμητικό. Κι ύστερα ένα τρίτο στεριώνει και αποτυπώνει με την κιμωλία τα ζητούμενα.

Στο νοτιοδυτικό κομμάτι, το γειτνιάζον με το παγκάρι, ο θεολόγος, αναλύει στην Τρίτη τάξη χωρία από την Παλαιά Διαθήκη, και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο της «Γένεσης», την έβδομη μέρα, την αγιασμένη, κατά την οποία, ο Κύριος πήρε χώμα και έπλασε τον Αδάμ, και του εμφύσησε πνοή ζωής. Κι από την πλευρά του έφκιαξε την Εύα. Και τους δυο, τούς τοποθέτησε στον Παράδεισο, για να ζουν με τους απογόνους τους αιωνίως, τρώγοντας τους καρπούς απ’ όλα τα γύρω δέντρα, εκτός από ένα, που έστεκε στο μέσο της Εδέμ, «το δέντρο της γνώσεως». Και ο όφις, στη συνέχεια, ξεγέλασε τη γυναίκα, κι αυτή, με τη σειρά της, τον άντρα, κι έτσι χάθηκε, κι έτσι απολέστηκε για πάντα ο Παράδεισος για το ανθρώπινο γένος, που τιμωρήθηκε να βγάζει το ψωμί του με ιδρώτες και με κόπους.

Η Έκτη τάξη, ολιγάριθμη, είχε πιάσει τη βορειοανατολική μεριά, κοντά στο Άγιο Βήμα, και δεχόταν από το φιλόλογο αναλυτικές εξηγήσεις στο κεφάλαιο του συντακτικού, που αναφερόταν στους υποθετικούς λόγους, μάθημα αρκετά δύσκολο για τους μαθητές, που χρειάζονταν ένταση προσοχής για τη σύλληψη των εννοιών, οι οποίες θα τους χάριζαν τα κλειδιά, που θα τους άνοιγαν τις πόρτες για να κατανοήσουν ευκολότερα τους λόγους του Δημοσθένη.

Τέλος, το βορειοδυτικό μέρος, είχε καταληφθεί από την Τετάρτη, όπου ο φυσικός έκανε γεωγραφία της Ευρώπης, και ο μαθητής που εξεταζόταν έδειχνε με το χάρακα στο χάρτη, ως πρωτεύουσα της Αγγλίας τη λέξη «Λονδίνο», και όχι τη μεγάλη τελεία που ήταν δίπλα, πράγμα που εξόργισε τον εξεταστή και προξένησε γέλια σ’ όλο το ακροατήριο.

Με άλλα λόγια, σε μια σταλιά τόπο, τέσσερις τάξεις ασχολούνται με διαφορετικά μαθησιακά αντικείμενα· και οι φωνές, όσο χαμηλές κι αν είναι, δημιουργούν ήχους και αντηχήσεις στον περίκλειστο χώρο· και γίνεται μια όσμωση, ένα ανακάτεμα, ένας αχταρμάς, ένας χυμός ομογενοποιημένος· που μέσα του περιλαμβάνει κάθε καρυδιάς καρύδι· και αριθμητικά νούμερα, και ιερά λόγια, και ρήματα, και μετοχές, και απαρέμφατα· ακόμα, και όρια κρατών, και βουνά, και ποτάμια· και το κάθε μαθητούδι πρέπει να κάνει επιλογή, ώστε να αποθηκεύσει στο μυαλουδάκι του το χρειαζούμενο· για να μπορέσει την επομένη να σταθεί ευπρόσωπα μπροστά στον καθηγητή· γιατί αλλιώς κινδυνεύει, όχι μόνο να πάρει κακό βαθμό, αλλά και να φορτωθεί μ’ ένα σωρό λεκτικά στολίσματα, ενίοτε και με σκαμπίλια, που τότε βρίσκονταν κι αυτά στην ημερήσια διάταξη.

Στην Εκκλησία της Ευαγγελίστριας (Ηγουμενίτσα,1948) - Του Θεόδωρου Ν. Κώτσιου Στην Εκκλησία της Ευαγγελίστριας (Ηγουμενίτσα,1948) - Του Θεόδωρου Ν. Κώτσιου Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Μαρτίου 24, 2024 Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

Από το Blogger.