Παρατήρηση περιστατικών μαζικής θνησιμότητας του δίθυρου Pinna nobilis (Πίννα)

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019

Παρατήρηση περιστατικών μαζικής θνησιμότητας του δίθυρου Pinna nobilis (Πίννα)


H Πίννα (Pinna nobilis) είναι το μεγαλύτερο δίθυρο της Μεσογείου – μήκους έως και 1,20 μέτρα. Εδραίο είδος του θαλάσσιου πυθμένα (δεν μπορεί να κινηθεί), τρέφεται φιλτράροντας το θαλασσινό νερό, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση της καθαρότητας του παράκτιων νερών. Η μέση διάρκεια ζωής της είναι τα 20 χρόνια. Συναντάται σε βάθη από 0,5 έως 60 μέτρα, μέσα ή κοντά σε λιβάδια Ποσειδωνίας. Αναπαράγεται μόνο μία φορά το χρόνο κατά τη διάρκεια λίγων εβδομάδων στο τέλος του καλοκαιριού. Η Πίννα προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία Οικοτόπων 92/43, από τη Συνθήκη της Βαρκελώνης, καθώς και από την Ελληνική Νομοθεσία. Κύριοι παράγοντες απειλής της Πίννας είναι η παράνομη αλιεία, αλλά και η καταστροφή των οικοσυστημάτων όπου ζει λόγω αγκυροβολίας ή παράνομης αλιείας με συρόμενα εργαλεία.

Τους τελευταίους μήνες καταγράφεται στις ελληνικές θάλασσες μία νέα σημαντική απειλή, το παράσιτο Haplosporidum pinnae, που κινδυνεύει να αφανίσει το προστατευόμενο αυτό θαλάσσιο είδος το οποίο αντιμετωπίζει ήδη πολυάριθμες ανθρωπογενείς απειλές (παράνομη αλιεία, καταστροφή οικοτόπων κ.α.). Το παράσιτο αυτό εντοπίστηκε για πρώτη φορά στις ακτές της Ισπανίας το 2016 και έχει ήδη εξαλείψει ολόκληρους πληθυσμούς Πίννας στη δυτική Μεσόγειο. Η Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN) έχει χαρακτηρίσει ως επείγουσα την παρακολούθηση και καταγραφή της εξάπλωσης του παρασίτου και συντονίζει τη συγκέντρωση των σχετικών δεδομένων στο σύνολο της Μεσογείου. Πέραν από την παρακολούθηση, προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη όποιων μέτρων είναι δυνατόν να ανακόψουν αυτό το φαινόμενο.


Ο Φορέας Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Καλαμά – Αχέροντα – Κέρκυρας παρακολουθεί από τη στιγμή αναφοράς εμφάνισης του παρασιτικού φαινομένου τους πληθυσμούς πίννας που έχει εντοπίσει στα όρια των θαλάσσιων περιοχών ευθύνης του (https://www.iucn.org/news/mediterranean/201805/pinna-nobilis-mass-mortality-outbreak-mediterranean-%E2%80%93-call-action-central-and-western-mediterranean-countries) με πρόσφατο εντοπισμό ατόμων πίννας στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, επιβεβαιώνοντας την κρισιμότητα της κατάστασης διατήρησης του είδους που τείνει προς τον αφανισμό!

Για τη λήψη μέτρων προστασίας της P.nobilis στην περιοχή ευθύνης του φορέα διαχείρισης έχει κατατεθεί πρόταση στο Πλαίσιο Δράσεων Προτεραιότητας (ΠΔΠ) 2021-2027 της επόμενης προγραμματικής περιόδου και το είδος παρακολουθείται συστηματικά στις θέσεις εντοπισμού του.

Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό με τις νεκρές πίννες που βρέθηκαν, μεγέθους περίπου 65 και 50 εκατοστών, αντίστοιχα.
 

 
Παρατήρηση περιστατικών μαζικής θνησιμότητας του δίθυρου Pinna nobilis (Πίννα)  Παρατήρηση περιστατικών μαζικής θνησιμότητας του δίθυρου Pinna nobilis (Πίννα) Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Η επίθεση των Ιταλών στο προκεχωρημένο φυλάκιο της Πόβλας Φιλιατών

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019


Ο Δημήτρης Λέντζαρης περιγράφει πως ό ίδιος έζησε το χρονικό της εισβολής στο προκεχωρημένο φυλάκιο της Πόβλας Φιλιατών στην συνοριακή γραμμή με την Αλβανία.
«......Ο πόλεμος είχε αρχίσει προ του Οκτωβρίου του '40.
Την 1η Οκτωβρίου 1940 επιστρατεύτηκα και τοποθετήθηκα στο 2ο Λόχο
που είχε την έδρα του στην Πόβλα, Φιλιατών.....
Την 25η Οκτωβρίου 1940, είχα επιστρέψει στο χωριό μου από το Φιλιάτι που είχα μεταβεί, για να ορκιστώ ως δάσκαλος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Φιλιατών γιατί ο διορισμός μου ήταν για την περιφέρεια Πωγωνίου.
Την 26η Οκτωβρίου, ημέρα της γιορτής μου, μετά το μεσημέρι επιστρέφω στο λόχο μου. Την 27η Οκτωβρίου 1940 είμεθα συγκεντρωμένοι στην αίθουσα των αξιωματικών του λόχου στην Πόβλα. Το ιταλικό πρακτορείο "ΣΤΕΦΑΝΙ" εκείνη τη στιγμή ανακοίνωσε ότι οι Έλληνες στρατιώτες συνεπλάκησαν με την Ιταλική Περίπολο στα σύνορα της Σαγιάδας και φονεύθηκαν τρεις Αλβανοί στρατιώτες και δύο Ιταλοί. Η ιταλική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε ευθύνες για τη στάση των Ελληνικών στρατευμάτων. Το ίδιο βράδυ, στο Πρακτορείο Αθηνών, το διέψευσε ως αποκύημα του ιταλικού πρακτορείου.
Ώρα 23.00. Ο ταγματάρχης κ. Παπαγεωργίου από το Φιλιάτι εκαλεί στο τηλέφωνο το λοχαγό μου κ. Σκιαδόπουλο. Τι είπαν;
Ώρα 24.00. Ο λοχαγός με διέταξε να βάλω διπλοσκοπούς. Στην οροθετική γραμμή βλέπαμε τις Ιταλικές περιπόλους να κινούνται παραδόξως και συνεννοούντο με φανούς. Διετέχθημεν να κατακλιθούμε.
28 Οκτωβρίου 1940, ώρα 3.10. Διατάσσεται συναγερμός και συγκέντρωση του λόχου.
Ώρα 4.30. Μετά δυσκολίας συγκέντρωσα την ομάδα μου γιατί όλοι σχεδόν οι στρατιώτες μου ήταν σε διάφορες υπηρεσίες, μάγειροι, ιπποκόμοι, κουρείς, υποδηματοποιοί, κλπ. Δεν ήξευρα τα ονόματα των γιατί μόλις προ δύο, τριών ημερών είχα έλθει από το φυλάκιο Τσαμαντά και μου δόθηκε η ομάδα διοίκησης του λόχου.
Ώρα 5.00. Είχα συγκεντρώσει την ομάδα μου πλήρως εξοπλισμένη, πρόσθεν του γραφείου του λόχου. Εκεί έρχεται ο λοχαγός μου κ. Σκιαδόπουλος και μας λέει:
- Λοχία και στρατιώτες. Δεν ξεύρουμε τί θα γίνει. Η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε να περάσει τα στρατεύματά της από την πατρίδα μας. Η κυβέρνησή
μας αρνήθηκε. Είναι πιθανόν να μας πιέσουν. Εσείς πηγαίνετε να καταλάβετε τις θέσεις σας και αργότερα θα διατάξω τι θα κάνετε. Φοβάστε;
- Όχι, απαντήσαμε όλοι με μια φωνή.
- Μία ψυχή που έχει να βγει ας βγει μια ώρα αρχύτερα, είπε ο λοχαγός. Λοχία, συνέχισε ο κ. λοχαγός. Πήγαινε να καταλάβεις θέσεις εκεί που είναι τα ορύγματα, τα ξεύρουν οι στρατιώτες σου, για να φυλάξετε την οδό προς και από το φυλάκιο "Χορμούλι".
Ώρα 5.35. Είχαμε καταλάβει τις θέσεις μας.Δεν είχαμε καλά πιστέψει και περιμέναμε να φέξει για να επιστρέψουμε στα ίδια. Αξιωματικός της διμηρίας μου ήταν ο ανθυπασπιστής κ. Ζανουδάκης, ο οποίος είχε πάει στα φυλάκια για επιθεώρηση από την προηγούμενη μέρα.
Ώρα 6.30 ή 6.50. Δεν είχα ωρολόγι για να ξεύρω ακριβώς την ώρα. Ακούσαμε έναν πυροβολισμό. Νομίζαμε ότι πρόκειται για κάποια εκπυρσοκρότηση, αλλά διαψευστήκαμε. Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και μια οβίδα διέσχισε τον ουρανό και έπεσε κατά την Πόβλα. Ακούστηκαν και άλλες και άλλες οβίδες. Ακούστηκαν βολές οπλοπολυβόλων, όλμων και όπλων από την πλευρά του εχθρού.Ενώ εγένοντο αυτά, ακούστηκε η σάλπιγγα του λόχουμας. Προσοχή - προσοχή και αμέσως ένα εμβατήριο. Προχωρείτε - προχωρείτε …. Την στιγμή εκείνη καταφθάνει ο διμοιρίτης κ. Ζανουδάκης. Του έδειξα τις θέσεις των ανδρών μου και καθίσαμε συζητούντες.
Οι οβίδες των πυροβόλων όπλων του εχθρού συνεχίζοντο και αρκετές έπεφταν αριστερά μας, στη χαράδρα που είναι μεταξύ Πόβλας και Παλαιοχωρίου Αγίων Πάντων.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο εχθρός δεν είχε φανεί, ούτε και εμείς είχαμε ρίψει έστω και μια τουφεκιά. Ενώ συζητούσαμε με τον διμοιρίτη, περί ώρα 7.30 ή 8.00 άκουσα μια φωνή. Λοχία Λέντζαρη, να οπισθοχωρήσεις προς το εικόνισμα Πόβλας". Ήταν ο σύνδεσμος του λόχου μας.
Αμέσως ο κ. Ζανουδάκης, εγώ και οι άνδρες μου οπισθοχωρούμε, τρέχοντας προς το εικόνισμα. Ο πόλεμος των οβίδων συνεχιζόταν. Ευτυχώς δεν μας είχαν αντιληφθεί οι Ιταλοί και οι οβίδες των εχθρικών πυροβόλων, όλμων, πολυβόλων και οπλοπολυβόλων έπεφταν στο κενό προς την Πόβλα και πλησίον μας βέβαια. Οπισθοχωρήσαμε μέσα σε βάτα και θάμνους, σε ένα ανηφορικό μονοπάτι. Μόλις φτάσαμε σε ένα ανοιχτό μέρος σταματήσαμε να ξεκουραστούμε. Λαχανιάζαμε όλοι από την τρεχάλα.
Η απόσταση μέχρι το εικόνισμα θα ήταν 50 έως 70 μέτρα. Εδώ θα συναντήσουμε το λόχο μας. Και ενώ λέγαμε αυτά και πήραμε μια ανάσα, βλέπουμε στην απέναντι πλαγιά του βουνού, πιο πάνω από το εικόνισμα, να τρέχουν τρεις στρατιώτες. Ο κ. Ζανουδάκης τους αναγνώρισε. "Δεν είναι δικοί μας", είπε. "Είναι Ιταλοί, φαίνονται από τη στολή τους". Σε λίγο το επιβεβαίωσαν και οι ίδιοι. Φώναζαν: "Σινιόρ καπιτάνα, … σινιόρ καπιτάνα…". Τώρα τι γίνεται; Πού είναι ο Λόχος μας; Ο κ. Ζανουδάκης πήρε την απόφαση. "Εγώ λοχία, θα πάρω τον οπλοπολυβολητή και μερικούς στρατιώτες και θα προχωρήσω και εσύ με τους υπόλοιπους άνδρες θα με υποστηρίξεις αν χρειαστεί και όταν φθάσω απέναντι, θα σε υποστηρίξω εγώ για να με ακολουθήσεις". Έτσι κι έγινε. Βάζει ο οπλοπολυβολητής μερικές ριπές στον αέρα εναντίον των Ιταλών που είχαν ανεβεί στην πλαγιά και με άλματα προχωρούν στο μονοπάτι, ενώ εγώ με τους τρεις άνδρες μου παρακολουθούμε τους Ιταλούς, βάζοντες κάπου- κάπου στον αέρα. Οι Ιταλοί λούφαξαν μέσα στους βράχους.
Περιμένουμε να μας υποστηρίξει ο κ. Ζανουδάκης. Δυστυχώς το οπλοπολυβόλο που είχε πάρει ο κ. Διμοιρίτης δεν βάζει.Στο αριστερό ακούονται πυροβολισμοί αυτομάτων όπλων. Είναι οι Ιταλοί που βάζουν εναντίον της ομάδας μας. Εναντίον του κ. Ζανουδάκη. Εμείς όμως αρχίζουμε να προχωρούμε με άλματα, για να φθάσουμε στο εικόνισμα. Δεν είχαμε καλά καλά φτάσει στο αντέρισμα του δρόμου και οι οβίδες έπεφταν συνεχώς.
Οι άντρες μου, (τα ονόματα δεν τα ξεύρω γιατί μόλις είχα αναλάβει την ομάδα μου), που όλοι τους ήταν τεχνίτες στο λόχο μας και εγώ κάνουμε τα τελευταία άλματα. Μία οβίδα όμως που πέφτει πίσω μας και σε μικρή απόσταση, με καθηλώνει στο έδαφος. Λίγες πέτρες πέφτουν πάνω μου. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτα. Κοιτάζω δεξιά - αριστερά, δεν βλέπω κανέναν απ' τους άντρες μου. Προσπαθώ να μετακινηθώ προς το εικόνισμα έρποντας και μπροστά βλέπω Ιταλούς στρατιώτες που βαδίζουν στο δρόμο. Έρχονταν φαίνεται από την Πόβλα. Οι άντρες μου τι έγιναν; Φονεύθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν ή κρύφτηκαν.Για μένα δεν ενδιαφέρθησαν εάν ήμουν τραυματισμένος ή νεκρός. Γιατί; Δεν έπρεπε ο διμοιρίτης μου να ενδιαφερθεί; Γιατί με εγκατέλειψε στο πεδίο της μάχης; Και τώρα τι πρέπει να κάνω; Να σηκωθώ να παραδοθώ;Εκείνη τη στιγμή κατεβαίνουν από την πλαγιά του βουνού και οι τρεις Ιταλοί στρατιώτες και ενώνονται με τους άλλους που περνούσαν στο δρόμο. Ούτε καν ενδιαφέρθηκαν για μας. ΟΧΙ είπα, θα παραμείνω στη θέση μου και αν με βρουν θα με πιάσουν αιχμάλωτο.Περίμενα το μοιραίο. Κρύφτηκα μέσα στα βάτα. Αν δε πάλι δεν με ανακαλύψουν θα προσπαθήσω να ενωθώ με τον λόχο μου. Παραμένω επιτόπου μέχρι το βράδυ. Δεν ήρθε κανένας.
Δίπλα μουπερνούσαν συνέχεια Ιταλικά τμήματα στρατού. Το ίδιο και νοτιότερα καθόσον ακούγονται βήματα και φωνές. Όταν υπήρχε ησυχία, και δεν ακούγονταν φωνές, σηκώθηκα και ερεύνησα γύρω μου για να διαπιστώσω την τύχη των άλλων στρατιωτών μου,αλλά δεν είδα τίποτα.
Αφού νύχτωσε, αποφασίζω να κατέβω στο χωριό Παλαιοχώρι των Αγίων Πάντων.Μέσα σε θάμνους και βάτα βαδίζω με μεγάλη δυσκολία. Κάποτε έπεφτε και ψιλή βροχούλα. Για μια στιγμή ακούω φωνές και βήματα. Σταματάω πάνω σε ένα θάμνο και είμαι ξαπλωμένος. Δεν έχω τίποτε μαζί μου, μόνο την χλαίνη και μία χειροβομβίδα μίλς, τα άλλα πράγματά μου τα είχα κρύψει μέσα στα βάτα, ως και το όπλο μου. Είναι μεσάνυχτα. Το φεγγάρι το έχει κρύψει ένα σύννεφο. Έρχεται πλησίον μου ένας στρατιώτης. Ούρησε δίπλα μου και είπε: "Κουτού ίστ σκοτωμένο". Φαίνεται ήταν Αλβανός. Θα ήταν η Τσέτα- άτακτα σώματα Αλβανών.
Αφού ξεμάκρυνε η Τσέτα οπισθοχώρησα λίγα μέτρα γιατί φοβόμουν μήπως επιστρέψει κανένας από την Τσέτα και με σκυλέψει.Όταν διαπίστωσα ότι η Τσέτα προχώρησε αρκετά και επικρατούσε ηρεμία, προχώρησα και κατά τις πρωϊνές ώρες βρέθηκα πλησίον μιας οικίας. Μπήκα μέσα το υπόγειό της και περίμενα να έλθουν οι νοικοκυραίοι. Ήμουν βρεγμένος αρκετά.
Ενώ περίμενα τους νοικοκυραίους ακούω φωνές και βήματα. Ήταν Ιταλικά τμήματα στρατού. Μπήκα πιο μέσα και κρύφτηκα σε μια γωνιά.Στο υπόγειο ήταν σκοτάδι. Δεν είχε κανένα παράθυρο. Ένας Ιταλός στρατιώτης μπήκε στην πόρτα του υπογείου, έριξε μια ματιά γύρω του κι έφυγε. Δεν βρήκε τίποτα γιατί στο υπόγειο έμεναν μόνο γίδια το βράδυ.Πολλοί Ιταλοί στρατιώτες μπήκαν στο δωμάτιο που ήταν πάνω από το υπόγειο, αναποδογύρισαν ότι βρήκαν, τραπέζια, καρέκλες, σαντούκια, πήραν ότι τους άρεσε κι έφυγαν. Κατά το μεσημέρι καταφτάνει η οικογένεια του σπιτιού.
Μπήκε μέσα στο δωμάτιο, είδε την καταστροφή που τους έγινε και άρχισε τις φωνές. "Μας έκλεψαν, μας τα πήραν όλα, ότι κι είχαμε. Τι θα γίνουμε;".
Εκείνη τη στιγμή βγαίνω κι εγώ από το υπόγειο. Ήταν τέσσερις γυναίκες οι οποίες μόλις με είδαν τρέξανε να με περιποιηθούν.Τους διηγήθηκα την περιπέτειά μου και αμέσως μου έδωσαν πολιτικά ρούχα. Τη χειροβομβίδα την έκρυψα κάτω από το πάτωμα. Στο χωριό έμεινα περισσότερες από δέκα ημέρες στο σπίτι του Γ. Μάνθου........»


 
Η επίθεση των Ιταλών στο προκεχωρημένο φυλάκιο της Πόβλας Φιλιατών Η επίθεση των Ιταλών στο προκεχωρημένο φυλάκιο της Πόβλας Φιλιατών Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

28/10/1940 - Η αρχή του πολέμου μέσα απο το ημερολόγιο του Β. Κραψίτη

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019
28/10/1940 - Η αρχή του πολέμου μέσα απο το ημερολόγιο του Β. Κραψίτη 
 


27-10-1940: Πριν χαράξει έφυγα για την Παραμυθιά που στρατοκρατείται. Εδώ έχει την έδρα του ο στρατηγός Λιούμπας. Δεν έχω τίποτε πιο ιερό από τους γονείς μου. Έτσι μισθώνω δύο άλογα και τους μεταφέρω, πεζοπορώντας εγώ στο Μορφάτι. Στον κάμπο της Παραμυθιάς πολυβοληθήκαμε από Ιταλικά αεροπλάνα. Μόλις που διασωθήκμε. Έχουμε εγκατασταθεί σ’ ένα παλιό, ιδιόκτητο οίκημα του Δημοτικού Σχολείου, στον ένα λόφο του χωριού. Αγρυπνώ: Τι να πρωτοσκεφθής, που πλησιάζει η θύελλα της εθνικής μας καταστροφής; Μεσάνυχτα, ο αγροφύλακας χτυπάει την πόρτα. Καθησυχάζει τους γονείς μου και κατεβαίνω στο διδακτήριο του κάμπου όπου ένας υπενωματάρχης από την Υποδιοίκηση Χωρ/κής Μαργαριτιού μόλις έφτασε και μου παραδίνει «επί αποδείξει» ένα σφραγισμένο με βουλοκέρι φάκελλο. Τον αποσφραγίζω είναι διαταγή «κατεπίγουσα» της Νομαρχίας Θεσπρωτίας. Σημαίνω την καμπάνα του Σχολείου. Αγουροξυπνημένοι οι κάτοικοι έρχονται και μου ζητούν εξηγήσεις. Τους διαβάζω αποσπάσματα της άνω εντολής: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι με διαταγή της Νομαρχίας έφυγαν από το μεσημέρι από την Ηγουμενίτσα… Ειδικεύεται ότι το χωριό Μορφάτι είναι ο μόνος δρόμος υποχωρήσεως για την Πρέβεζα των Χριστιανών κατοίκων, περιφερειών Πάργας, Μαργαριτιού και Ηγουμενίτσας. Οι κάτοικοι με συντονισμό της χωροφυλακής να διευκολύνουν στην υποχώρησή του τον ανωτέρω πληθυσμό…». Είναι φανερό! Είμαστε στα πρόθυρα του πολέμου. Δυστυχισμένη πατρίδα μας!

28-10-1940: Πόλεμος! Πόλεμος! Μας ξυπνάνε οι ήχοι των κανονιών. Είμαστε κοντά στα σύνορα. Το πυροβολικό των Ιταλών σκίζει τα στήθη των στρατιωτών μας και του άμαχου πληθυσμού μας. Από το Μορφάτι περνάνε τρομαγμένοι χιλιάδες κάτοικοι της Θεσπρωτίας, κυριότερα γυναικόπαιδα με κατεύθυνση το χώρο της Πρεβέζης. Μισθώνω δύο άλογα για τους γονείς μου και ακολουθώ πεζοπορώντας ανάμεσα στο πλήθος των νέων προσφύγων. Τι τραγωδία! Στο χωριό Γλυκή συναντιέμαι με τους νέους πρόσφυγες από το Φιλιάτι και την Παραμυθιά. Μισθώνω δύο μουλάρια (μόλις είχα εισπράξει από το Δημόσιο Ταμείο τους μισθούς μου Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1940, περίπου δρχ. 3000) για τους γονείς μου, και μέσω της Σκάλας της Τζαβέλαινας φτάνουμε στο χωριό Σαμονίβα του Σουλιού. Μας φιλοξενεί ο γνώριμος του πατέρα μου, πρόκριτος Σταύρος Τόκας. Στο μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού του μένουμε 40 περίπου άτομα, που ζούμε από την ελεημοσύνη του, ήτοι ψωμί, μπομπότα, ξυνόγαλο και λίγο τυρί. Μένουμε αρκετές μέρες, ως που ο στρατός μας, που βάσει στρατιωτικού σχεδίου είχε υποχωρήσει, ήταν τώρα έτοιμος για επίθεση.



9-11-1940: Φεύγουμε από τη Σαμονίβα. Πεζοπορώ με τους υπερήλικες γονείς μου για το χωριό Σεριζιανά. Είμαι φορτωμένος μια βαριά βελέντζα από το σπίτι μας και λίγα (απαραίτητα) τρόφιμα. Πρέπει να έχω υψηλόν πυρετόν. Το απόγευμα φθάνουμε στο Λούρο, όπου με άλλους πρόσφυγες η χωροφυλακή μας προωθεί με φορτηγά αυτοκίνητα στα Ιωάννινα. Καταφεύγοντας λόγω των συχνών βομβαρδισμών των Ιταλών στα σπίτια του κάστρου των Ιωαννίνων, όπου εκατοντάδες γέροντες και γυναικόπαιδα περνάμε άγρυπνοι τη βραδυά.

11-11-1940: Από το πρωί, κει με ξεσκισμένο το δεξιό παπούτσι αναζητώ σε χάνια των Ιωαννίνων αγωγιάτες από την Παραμυθιά. Τελικά μισθώνω δύο άλογα για τους γονείς μου κατόπιν προκαταβολής δραχμών 1.200 (χιλίων διακοσίων, αφάνταστα υπερβολικού ποσού). Ξεκινάμε (εγώ πεζοπορώντας με τον αγωγιάτη) μέσω του δρόμου «χάνι Τζεμαλή-αγά» για την Παραμυθιά, όπου φθάνουμε αργά το απόγευμα. Το σπίτι μας, κατά την απουσία μας, είχε διαρρηχθή. Τι καταστροφή! Πολλά από τα βιβλία μας ήταν ξεσκισμένα στο πάτωμα. Τα περισσότερα από τα παλαιότυπα και χειρόγραφα του προγόνου μας Χριστοδούλου Κραψίτη, ακόμα και αποκόμματα ελληνικών εφημερίδων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, είχαν κλαπή. Φτάνει αμέσως στο σπίτι μας, ο αδελφικός φίλος μου γιατρός Λευτέρης Βαλασκάκης. Εξετάζει τον πατέρα μου που έχει υψηλό πυρετό, μας δίνει φάρμακα και ένα δικό του θερμόμετρο. 13-11-1940: Μέσα σε τρεις μέρες ο από τον συνοικισμό «Άγιος Νικόλαος» της Παραμυθιάς μαραγκός Βασίλης (Τσίλης) Μπρέστας, αποκατέστησε όλες τις ζημιές του σπιτιού μας με άμεση εξόφληση της αξίας των υλικών και της αμοιβής του.

22-11-1940: Τα Σχολεία του Νομού μας δεν λειτουργούν. Οι διδάσκαλοι της Επαρχίας Παραμυθιάς -όσοι δεν έχουν στρατευθή- αποσπάστηκαν σε διάφορες υπηρεσίες στης πόλεως. Συγκεντρώνω στοιχεία για τα από 28-10-1940 γεγονότα του Φιλιατού και της Ηγουμενιτσας από κατοίκους τους που έχουν, ως πρόσφυγες εγκατασταθή στην Παραμυθιά. Επίσης πολλά στοιχεία μου δίνουν οι: «Κωστάκης Ιω. Μητσιώνης, Σιών Μπακόλας και Μάνθος Στατηράς, που σ’ όλο αυτό το διάστημα ήταν στην Παραμυθιά. Ο στρατός προχώρησε πέραν του ποταμού Καλαμά. Ο Ανθυπασπιστής Χωρ/κής Μιχαήλ Γυπάκης και ο Αγρονόμος Φίλιππος Καρβούνης, που υπηρετεί στην Παραμυθιά, σε εκτέλεση υπηρεσιακής διαταγής συνέλαβαν τους αρρένες μουσουλμάνους της περιοχής, οι οποίοι προωθήθηκαν στα στρατόπεδα Κορίνθου και Χίου. Οι μωαμεθανοί Τσάμηδες κατά την 28-10-1940 υποχώρηση του στρατού μας με την χρήση κρυφού οπλισμού τους, βοήθησαν τον Ιταλικό στρατό που προχωρούσε στο Ελληνικό έδαφος, χτύπησαν πισώπλατα το στρατό μας που υποχωρούσε, λεηλάτησαν στις πόλεις και τα χωριά μας περιουσίες Ελλήνων, πυρπόλησαν σπίτια και μαγαζιά, δολοφόνησαν Χριστιανούς Έλληνες κλπ. Τώρα η Ελληνική πατρίδα αμύνεται.

30-11-1940: Είναι το πρώτο γράμμα που παίρνω σήμερα του αδελφού μου Βαγγελάκη που πολεμάει στην πρώτη γραμμή. Του απαντάω αμέσως.


 
28/10/1940 - Η αρχή του πολέμου μέσα απο το ημερολόγιο του Β. Κραψίτη 28/10/1940 - Η αρχή του πολέμου μέσα απο το ημερολόγιο του Β. Κραψίτη Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Οι Ελληνες μουσουλμάνοι στο μέτωπο της Αλβανίας - Του Δάμωνα Δαμιανού

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019


Μια λιγότερο γνωστή πτυχή του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 είναι η συμμετοχή στο αλβανικό μέτωπο εκατοντάδων μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης που υπηρετούσαν εκείνη την εποχή ως κληρωτοί στον ελληνικό στρατό ή κλήθηκαν ως έφεδροι αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου.
Ο Μουσταφά Χασάν Ογλού, που διατηρεί παραδοσιακό καφεκοπτείο στην Κομοτηνή, διηγείται την ιστορία του πατέρα του, ο οποίος πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας ως μέλος του 29ου Συντάγματος Πεζικού.
Το περίφημο 29ο Σύνταγμα Πεζικού ιδρύθηκε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων στην Έδεσσα και μετεγκαταστάθηκε πριν τον Β? Παγκόσμιο Πόλεμο στην Κομοτηνή. 
Αναχώρησε για το μέτωπο την 17η Νοεμβρίου 1940 και έδωσε μάχες στο Πόγραδετς, στο Τεπελένι και στην Κλεισούρα, από τις πιο φονικές του μετώπου.Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο Αχμέτ Χασάν Ογλού, μάγειρας από την Κομοτηνή, μόλις είχε ολοκληρώσει την στρατιωτική του θητεία. 
Ξανακλήθηκε αμέσως στο στρατό και παρουσιάστηκε στο 29ο Σύνταγμα που στρατοπέδευε στο κέντρο της πόλης. 
Χρειάστηκε να περάσουν τρεις εβδομάδες εωσότου ληφθεί απόφαση να ενισχύσει το 29ο Σύνταγμα τα υπόλοιπα εκστρατευτικά τμήματα του ελληνικού στρατού στην πρώτη γραμμή της μάχης.
Όπως διηγείται ο 75χρονος σήμερα γιος του Θρακιώτη μουσουλμάνου στρατιώτη του αλβανικού μετώπου, οι μαχητές της εποχής εκείνης δεν φοβήθηκαν τον πόλεμο αλλά τους κατέβαλαν οι κακουχίες, ο βαρύς χειμώνας και τα κρυοπαγήματα.



«Ο πατέρας επέστρεψε στην Κομοτηνή, μήνες μετά την συνθηκολόγηση της Ελλάδας, στους ώμους ενός συγγενή του, καθώς οι γιατροί στο Μέτωπο του έκοψαν κομμάτι της φτέρνας του για να γλιτώσουν την αφαίρεση ολόκληρου του ποδιού από τα κρυοπαγήματα. Άλλοι συμπολεμιστές του ήταν λιγότερο τυχεροί και είτε δεν επέστρεψαν ποτέ, είτε έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια τα ζωής τους με ακόμα πιο βαριές αναπηρίες», θυμάται ο κ. Μουσταφά.
«Ο πατέρας μου, δεν ζήτησε ποτέ ούτε παράσημα ούτε τιμές από την πολιτεία για την συμμετοχή του στον πόλεμο. Έζησε ταπεινά μέχρι το τέλος της ζωής του πίσω από τον πάγκο του μαγέρικου στην Κομοτηνή. Όταν πέθανε, έδωσαν στην μητέρα μου ένα περίπτερο ως σύζυγο ανάπηρου πολέμου», καταλήγει ο ίδιος, κρατώντας με καμάρι πια τις φωτογραφίες των δύο εγγονιών του που έγιναν σημαιοφόροι στο σχολείο τους στην Ξάνθη, τιμώντας την ιστορία της οικογένειας.


 
Οι Ελληνες μουσουλμάνοι στο μέτωπο της Αλβανίας - Του Δάμωνα Δαμιανού Οι Ελληνες μουσουλμάνοι στο μέτωπο της Αλβανίας - Του Δάμωνα Δαμιανού Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Ηγουμενίτσα: Η απόβαση των κερκυραϊκού «Λόχου του Θανάτου» στις ακτές της Θεσπρωτίας

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019


Η αντίσταση των Κερκυραίων κατά το ηρωικό έπος του 1940 ήταν υψίστης σημασίας
Οι λαμπρές σελίδες της ιστορίας της Κέρκυρας κατά των Ιταλών γράφτηκαν από μία σκληρή μάχη που δόθηκε από μια «χούφτα» Κερκυραίους μαχητές, μόλις δύο εβδομάδες μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας στο ηρωικό έπος 1940, στις μάχες που δόθηκαν ανά την Ελλάδα κατά της επέλασης των Ιταλών, για τους Κερκυραίους η αντίσταση και οι αγώνες που έδωσαν δεν ήταν μόνο ένας κοινός εθνικός στόχος, αλλά, όπως τη χαρακτηρίζει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Κερκυραίος Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Δρ Δημήτριος Μεταλληνός, «ήταν μία μοναδική ευκαιρία, ο κερκυραϊκός λαός να εκφράσει την καταπιεσμένη μακραίωνη εθνική αγανάκτηση στο δυτικό κατέναντι, έχοντας ήδη στις σελίδες της ιστορίας του, τέσσερεις και πλέον αιώνες, την πικρή εμπειρία της ενετικής κυριαρχίας, αλλά και τη νωπή ακόμη εθνική ταπείνωση από τον βομβαρδισμό και την ολιγοήμερη κατάληψη της Κέρκυρας το 1923 από τις φασιστικές δυνάμεις του ίδιου δικτάτορα Μουσολίνι».

Η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου
Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, οι Κερκυραίοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί μεταφέρθηκαν στην πρώτη γραμμή. Μεταξύ των εκατοντάδων Κερκυραίων, γνωστών ή αγνώστων μαχητών, ήταν και ο παππούς του καθηγητή Δημήτρη Μεταλληνού, ο έφεδρος αξιωματικός Δημήτριος Μεταλληνός.Οι αριθμητικά ελάχιστες εναπομείνασες στο νησί κερκυραϊκές στρατιωτικές δυνάμεις συγκροτούσαν το 10ο Πεζικό Σύνταγμα, που είχε ως αποστολή του την αμυντική θωράκιση της Κέρκυρας. Οι λαμπρές σελίδες της ιστορίας της Κέρκυρας κατά των Ιταλών γράφτηκαν από μία σκληρή μάχη που δόθηκε από μια «χούφτα» Κερκυραίους μαχητές, μόλις δύο εβδομάδες μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, από τον «Λόχο Λατζίδη», ή ευρέως γνωστό ως «Λόχο Θανάτου»…

Ανασύνταξη δυνάμεων
«Στις 12 Νοεμβρίου 1940, οι ελληνικές δυνάμεις Ηπείρου ανασυντάχθηκαν με σκοπό την ανακατάληψη της Θεσπρωτίας. Η Στρατιωτική Διοίκηση Κερκύρας ανέλαβε να συγκροτήσει τις πρώτες ημέρες του πολέμου ένα αποβατικό απόσπασμα αιφνιδιασμού, αποτελούμενο από επίλεκτους και γενναίους Κερκυραίους οπλίτες και υπαξιωματικούς, με διοικητή τον λοχαγό Δημήτριο Λαντζίδη.Η Στρατιωτική Διοίκηση Κερκύρας το χαρακτήρισε ‘Αποβατικό Απόσπασμα’, όσοι αξιωματικοί γνώριζαν την αποστολή του το ονόμασαν ‘Λόχο Θανάτου’, στην Κέρκυρα έγινε ευρύτερα γνωστό ως ‘Λόχος Λαντζίδη’, ενώ ο ιστορικός ερευνητής Δρ Νικόλαος Φακιολάς, ο οποίος είναι ο δεύτερος μετά τον ιστορικό ερευνητή Κώστα Δαφνή που ασχολήθηκε συστηματικά με το ζήτημα, τον χαρακτηρίζει ‘Λόχο Ιερολοχιτών’», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μεταλληνός.



Ο στόχος
Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία, η απόρρητη στρατιωτική επιχείρηση είχε στόχο την κατάληψη του υψώματος «Βαγκαλάτι». Ύψιστη προτεραιότητα αποτελούσε ο αιφνιδιασμός του εχθρού. Οι Ιταλοί έπρεπε να θεωρήσουν ότι είναι περικυκλωμένοι από ισχυρές ελληνικές δυνάμεις κι όχι από έναν απλό Λόχο Πεζικού. Η αναγγελία συγκρότησης ενός κερκυραϊκού στρατιωτικού αποσπάσματος, που θα μετέβαινε για ενίσχυση του ελληνοϊταλικού μετώπου, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους Κερκυραίους αξιωματικούς και οπλίτες του 10ου Πεζικού Συντάγματος.Οι αιτήσεις ξεπέρασαν κατά πολύ τον απαιτούμενο αριθμό. Κι ενώ προβλεπόταν η συγκρότηση μιας στρατιωτικής δύναμης εκατόν ανδρών, τελικά εξαιτίας του ενθουσιασμού διπλασιάσθηκε, ξεπερνώντας τους διακόσιους άνδρες. Διοικητής του αποσπάσματος ορίσθηκε ο λοχαγός Δημήτριος Λαντζίδης, με το όνομα του οποίου συνδέθηκε τελικά ο Λόχος στη μνήμη των σύγχρονων Κερκυραίων.
Η προσπάθεια
Υποδιοικητής του Λόχου ορίσθηκε ο υπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Βλάχος, ο οποίος είχε σταλεί για αναγνώριση της περιοχής βορείως της Σαγιάδας, λίγες μόλις ημέρες πριν από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, αφού η στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδος γνώριζε τις ιμπεριαλιστικές διαθέσεις του φασιστικού καθεστώτος της Ιταλίας και για τον λόγο αυτόν προετοιμαζόταν για ένοπλη σύγκρουση καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας.Ο Λόχος, από τους Γιαννάδες, κατευθύνθηκε το βράδυ της 22ας Νοεμβρίου προς το παλαιό λιμάνι, όπου παρέμειναν μερικές ώρες. Ο χειμώνας του ΄40 είχε ξεκινήσει νωρίς και όπως διασώζεται από τις ιστορικές μαρτυρίες ήταν κι από τους βαρύτερους του 20ού αιώνα. Τη νύκτα εκείνη έβρεχε καταρρακτωδώς…«Τα μέσα Νοέμβρη μας ειδοποίησε το λιμεναρχείο, τα επίτακτα καΐκια να είμαστε πλευρισμένα στην προβλήτα του λιμεναρχείου, στις 12 το μεσονύχτιο. Δεν μας είπαν τι μας θέλουν. Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα ήρθαν 200 στρατιώτες οπλισμένοι και με τους γνωστούς γυλιούς στην πλάτη τους. Είμαστε 10 καΐκια και έβαλαν 20 περίπου στρατιώτες στο κάθε καΐκι, μαζί ήτο και βαθμοφόροι. Στο δικό μας το καΐκι ήτο επικεφαλής ο λοχαγός Δημήτρης Λαντζίδης…Μας είπαν θα ξεκινήσουμε τη μια μετά τα μεσάνυχτα, φώτα δεν θα ανάψωμε, παρά μόνον ένα λαδοφάναρο στο κάθε καΐκι και θα πηγαίνουμε το κάθε σκάφος κατόπι στο άλλο…ένα-ένα καΐκι, αφού τους αποβίβαζε επέστρεφε στην Κέρκυρα. Μου έκανε λύπη όπως έβγαιναν σε αυτήν την παραλία…, αφού επήγαιναν σχεδόν στο παγωμένο νερό ώς την μέσην. Εκεί εμάθαμε ότι η παραλία λέγεται ‘Κάτω Αετός’, ήταν ελληνική περιοχή, αλλά οι Ιταλοί είχαν φθάσει τότε έως την Πάργα…», αναφέρεται στις ανέκδοτες σημειώσεις του Κερκυραίου Νικόλαου Καλούδη.
Η σπουδή του όλου εγχειρήματος
«Η σπουδή του εγχειρήματος αποδεικνύει ότι πράγματι επρόκειτο για έναν Λόχο μελλοθανάτων ή ορθότερα για έναν Λόχο ηρώων. Το στρατιωτικό απόσπασμα βρέθηκε μέσα στην κακοκαιρία απομονωμένο, αποπροσανατολισμένο, χωρίς επικοινωνία και οπτική επαφή με την Στρατιωτική Διοίκηση Κερκύρας. Οι Ιταλοί έστειλαν αναγνωριστικό αεροπλάνο, που εξακρίβωσε τη θέση και τη δύναμη του Λόχου.Γνώριζαν πλέον όλη την αλήθεια και ο θυμός τους έγινε απερίγραπτος, αφού διαπίστωναν ότι μια χούφτα Κερκυραίων στρατιωτών προκάλεσε μεγάλη ταραχή στο στράτευμά τους, οδηγώντας τους σε λανθασμένες εκτιμήσεις και στρατιωτικές επιλογές», εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μεταλληνός. «(…) Εφθάσαμε περί τας τελευταίας απογευματινάς ώρας, τελείως εξουθενωμένοι και βρεγμένοι μέχρι κοκκάλων, εις τι σημείον όπου ευρέθημεν εν όψει του εχθρού καταυλισμένου με πολλάς δυνάμεις...», ανέφερε στις σημειώσεις του ο ανθυπολοχαγός Νικόλαος Φραγκοπανάγος.
Αναπόφευκτη η σύγκρουση
Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Τα χάραμα της 24ης Νοεμβρίου 1940 ξεκίνησε η άνιση μάχη. Οι πολυάριθμοι Ιταλοί ήταν οχυρωμένοι στα υψώματα των βουνοπλαγιών, ενώ το απόσπασμα των Κερκυραίων μαχητών ήταν ακάλυπτο στις παρυφές της ακτής και στην αμμώδη παραλία.Οι άνδρες του Λόχου ήταν πλέον περικυκλωμένοι. Οι εναπομείναντες, 160 περίπου άνδρες, καλούνταν να αντιμετωπίσουν τουλάχιστον 3.000 Ιταλούς στρατιώτες. Η μάχη διήρκησε από τις 7.00 το πρωί μέχρι τις 5.00 το απόγευμα, την ώρα δηλαδή που εξαντλήθηκαν και τα τελευταία πυρομαχικά των Κερκυραίων μαχητών. Ο λοχαγός Λαντζίδης, αν και τραυματίας, δεν σταματούσε να εμψυχώνει τους άνδρες του. Στις 5.00 το απόγευμα αναγκάστηκε να υψώσει λευκή σημαία.
Ο απολογισμός και τα αντίποινα των Ιταλών
Ο τελικός απολογισμός για τις ελληνικές δυνάμεις ήταν 60 νεκροί και 80 αιχμάλωτοι, εκ των οποίων 45 τραυματίες, ενώ 20 άτομα κατάφεραν να διαφύγουν τη σύλληψη. Οι Κερκυραίοι αιχμάλωτοι δεν παρέδωσαν τα όπλα τους στους Ιταλούς, αλλά προτίμησαν να τα αχρηστεύσουν, πετώντας τα στη θάλασσα του αγαπημένου τους Ιονίου. Οι Ιταλοί προέβησαν άμεσα σε αντίποινα, βομβαρδίζοντας την πόλη της Κέρκυρας.Τις δύο επόμενες ημέρες, στις 25 Νοεμβρίου, της Αγίας Αικατερίνης και στις 26 του Αγίου Στυλιανού, ημέρες που εόρταζαν κεντρικοί ναοί της πόλεως, πραγματοποίησαν τον αγριότερο, μέχρι τότε, βομβαρδισμό της πόλης με αεροπλάνα, ενώ δύο ημέρες αργότερα την 28η Νοεμβρίου επανήλθαν με τον βομβαρδισμό και της κερκυραϊκής ενδοχώρας τόσο από αέρος, όσο και από θαλάσσης, αφού τέσσερα ιταλικά αντιτορπιλικά ήλεγχαν το στενό του Αίου Στεφάνου.«Την 25η και 26η Νοεμβρίου έγιναν οι σφοδρότεροι ιταλικοί βομβαρδισμοί της Κέρκυρας, αριθμούμενοι μέχρι οκτώ ημερησίως… Έληξαν την 21η Απριλίου 1941. Την 28η Απριλίου 1941 ο ιταλικός στρατός απεβιβάσθη και επάτησεν την Κέρκυραν, εισήλθον εις το Φρούριον…», σημειώνει μεταξύ άλλων στο βιβλίο του «Αρχείον και καθημερινά περιστατικά γεγονότα επί Ιταλικής και Γερμανικής κατοχής» (Κέρκυρα 1949), ο Μητροπολίτης Κέρκυρας και Παξών Μεθόδιος...


Ηγουμενίτσα: Η απόβαση των κερκυραϊκού «Λόχου του Θανάτου» στις ακτές της Θεσπρωτίας Ηγουμενίτσα: Η απόβαση των κερκυραϊκού «Λόχου του Θανάτου» στις ακτές της Θεσπρωτίας Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Δείτε την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1997 (ΒΙΝΤΕΟ)

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019


Δείτε στο βίντεο που ακολουθεί, την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην πόλη της Ηγουμενίτσας το 1997, όπως την είχε καταγράψει η κάμερα της Δημοτικής Τηλεόρασης Ηγουμενίτσας.

Στο σπικάζ της παρέλασης ο Δημήτρης Πάκος, στην κάμερα ο Βαγγέλης Χαλμαντζής και στο ρεπορτάζ ο Παντελής Κίτσιος.

Στην εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας ο τότε διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Γραικοχωρίου κ. Βασίλης Μασούρας.





Δείτε ακόμα: Την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1993 (ΒΙΝΤΕΟ)
Δείτε την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1997 (ΒΙΝΤΕΟ) Δείτε την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1997 (ΒΙΝΤΕΟ) Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Ηγουμενίτσα: Η παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1989

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019


Ηγουμενίτσα: Η παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1989 Ηγουμενίτσα: Η παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1989 Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Δείτε την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1993 (ΒΙΝΤΕΟ)

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019



Δείτε στο βίντεο που ακολουθεί, την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην πόλη της Ηγουμενίτσας το 1993, όπως την είχε καταγράψει η κάμερα του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού tvA.

Αναγνωρίστε τον εαυτό σας να παρελαύνει στους δρόμους της πόλης.

Στο σπικάζ της παρέλασης ο Δημήτρης Πάκος και η Λιλή Κωτσαία ενώ στην κάμερα ο Βαγγέλης Χαλμαντζής και ο Βαγγέλης Αναστασίου.



 
Δείτε την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1993 (ΒΙΝΤΕΟ) Δείτε την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Ηγουμενίτσα το 1993 (ΒΙΝΤΕΟ) Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Η Θεσπρωτία την 28η Οκτωβρίου 1940, το ΟΧΙ των Ελλήνων

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα και ώρα 05.30 πρωινή, η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, σύμμαχος του Χίτλερ της Γερμανίας, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας. Κήρυξε τον πόλεμο, επειδή ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος απάντησε ΟΧΙ στις κατακτητικές της απαιτήσεις Μικρή ιστορική επισκόπηση


Α΄. Ευρώπη

Το 1936 η Γερμανία του Χίτλερ συμμαχεί με την Ιταλία του Μουσολίνι.
Το Μάρτιο του 1938 η Γερμανία ενώνεται με την Αυστρία,
Το 1939 η Γερμανία προσαρτεί εδάφη της Τσεχοσλοβακίας και επιτυγχάνει τη διάλυσή της.
Τον Απρίλιο του 1939 η Ιταλία καταλαμβάνει την Αλβανία και το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους η Γερμανία την Πολωνία.
Τον Απρίλιο του 1940 η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία και στη συνέχεια το Βέλγιο, την Ολλανδία και εισέρχεται στο Παρίσι.

Β΄. Ελλάδα

Πρωθυπουργός της Ελλάδας την εποχή αυτή ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς, που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας με πραξικόπημα στις 04.08.1936
Το 1939-1940 η ελληνική κυβέρνηση εξόρισε στα νησιά του Αιγαίου, Χίο, Μυτιλήνη και Κρήτη, πολλούς μάχιμους Μουσουλμάνους Τσάμη-δες, εξαιτίας της εχθρικής τους στάσης απέναντι στην Ελλάδα.
Την 15η Αυγούστου 1940, οι Ιταλοί τορπίλισαν στο λιμάνι της Τήνου το ελληνικό πολεμικό πλοίο ΄Ελλη.

Η κήρυξη του πολέμου - η Κατάσταση στη Θεσπρωτία

Την 03.00 πρωινή της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο ιταλός πρέσβης στη Ελλάδα Grazzi επιδίδει στον πρόεδρο της Ελληνικής κυβέρνησης Μεταξά τελεσίγραφο της κυβέρνησής του.
Την 05.30 πρωινή της ίδιας ημερομηνίας η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας προσβάλλοντας τα σύνορά της με την Αλβανία.
Την 28η Οκτωβρίου η ιταλική αεροπορία βομβάρδισε την παραμεθόριο περιοχή της Θεσπρωτίας χωρίς να σημειωθούν θύματα (;).
Iταλικά στρατεύματα συνεπικουρούμενα από τρία αλβανικά τάγματα, με εθελοντές Αλβανούς και Αλβανοτσάμηδες, εισβάλουν στη Θεσπρωτία από τη Σαγιάδα και τα ελληνικά φυλάκια βόρεια των Φιλιατών. Αρχηγοί των Αλβανικών ταγμάτων ήταν Αλβανοτσάμηδες. Ανάμεσά τους ήταν και ο Γιασίν Σαντήκ, πρώην πρόεδρος του Μαργαριτιού.
Ο ελληνικός στρατός, βάση σχεδίου, υποχωρεί και οχυρώνεται στο Καναλάκι.
Ο άμαχος χριστιανικός πληθυσμός κυρίως των Φιλιατών, της Ηγου-μενίτσας και του Μαργαριτιού εγκατέλειψε τις οικίες του, ακολουθώντας το ελληνικό στρατό. Τις εγκαταλελειμμένες οικίες λεηλατούσαν και πυρπολούσαν οι Αλβανοτσάμηδες.
29.10.1940 διεξάγεται στην περιοχή βάλτου του Ραγίου η πρώτη μάχη ανάμεσα σε ομάδα ανίχνευσης των Ιταλών - Αλβανοτσάμηδων και των Ελλήνων της Ηγουμενίτσας. Κατά τη διάρκεια της μάχης αυτής εφονεύ-θη Ιταλός αξιωματικός και πνίγηκαν τέσσερις (4) Ιταλοί στρατιώτες.
06.11.1940 ο ιταλικός στρατός μαζί με τα τάγματα Αλβανών εισήλθαν στην άδεια από πληθυσμό Ηγουμενίτσα, συλλαμβάνοντας τους Χρήστο Πιτούλη, Χρήστο Τσώνη και Βασίλειο Πιτούλη, τους οποίους θεώρησαν υπεύθυνους για το θάνατο του Ιταλού αξιωματικού στο Βάλτο Ραγίου. Τους συλληφθέντες, αφού πέρασαν από στρατοδικείο, τους δύο πρώτους καταδίκασαν σε θάνατο, ενώ τον τρίτο σε εξορία στην Ιταλία. ( βλ. λεπτομέρειες πιο κάτω μαρτυρία Ι. Αρχιμανδρίτου ).
Τις επόμενες ημέρες οι Ιταλοί διατάσσουν γενική επιστράτευση των Αλβανοτσάμηδων της Θεσπρωτίας.
07.11.1940 λεηλατούν και πυρπολούν Πλαταριά , Σύβοτα και Πέρδικα.
08.11.1940 :
α. Καταλαμβάνουν το εγκαταλειμμένο από τους χριστιανούς Μαργαρίτι.
β. Συνοδεία Αλβανοτσάμηδων, καταγόμενων από το Ζερβοχώρι εισήλθαν στο χωριό Δράγανη (σήμερα Αμπελιά).
γ. Τις βραδινές ώρες, ομάδα από Ιταλούς στρατιώτες και Αλβανοτσά-μηδες εισήλθεν στην Παραμυθιά πυρπολώντας τα καταστήματα που βρίσκονταν μπροστά και απέναντι από το φούρνο του Λάμπρου Μίχου. Το μέρος αυτό σήμερα έχει διαμορφωθεί σε πλατεία και ονομάζεται « Πλατεία Μιχαήλ Παραμυθιώτη » ( Βλ. λεπτομέρειες π.κ. μαρτυρία Κων. Ν. Καλύβα ).
΄Ετσι, τα ιταλικά στρατεύματα μαζί με τάγματα εθελοντών Αλβανών και Αλβανοτσάμηδων, δεν κατόρθωσαν να προχωρήσουν πέραν του Μαργαριτιού και, περί τα μέσα του Νοεμβρίου 1940 μετά από σκληρές μάχες με τον ελληνικό στρατό, εγκατέλειψαν τη Θεσπρωτία καταφεύγοντας στην Αλβανία.

Γραπτές μαρτυρίες

- Ιωάννου Αρχιμανδρίτου : « Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, Γεωργιάδης, σελ. 50-55 :

« Τα πρώτα εισελθόντα εχθρικά τμήματα εις Ηγουμενίτσα ήσαν Αλβανικά τάγματα, τα οποία, αφού ελεηλάτησαν την πόλιν, την παρέδωσαν ακολούθως εις τας φλόγας. Εκ των πρώτων συλλη-φθέντων Χριστιανών, τη υποδείξει των Τουρκοτσάμηδων, ήσαν οι Χρήστος Πιτούλης, Βασίλειος Πιτούλης και Χρήστος Τσώνης. …
Δια τους τρεις λοιπόν αυτούς συνεκροτήθη Ιταλικό στρατοδικείο εις Γραικοχώριον. Κατά των κατηγορουμένων όμως υπό των Τσάμηδων δεν υπήρχον αποδείξεις, δικαιολογούσαι την ποινήν του θανάτου. Τότε ενεφανίσθη εις το Στρατοδικείο ο Μαζάρ Ντίνο, όστις ενυπογράφως εβεβαίωσεν ότι ο Χρήστος Πιτούλης ήτο αρχηγός των ελευθεροσκοπευτών (αρχηγός ανταρτών), και υπεύθυνος δια τον φόνον του Ιταλού αξιωματικού της Ιταλικής περιπόλου ….
Κατόπιν τούτου οι δύο ατυχείς, Χρ. Πιτούλης και Χρ. Τσώνης εξετελέσθησαν υπό των Ιταλών, δύο ημέρας προ της οπισθοχω-ρήσεως των εξ Ηγ/τσης, εις θέση « Μόλιζα » εντός της Ηγουμενίτσας πλησίον του σημερινού Ξενοδοχείου του κ. Θεολόγη. … »

- Βασίλη Κραψίτη :

α. : « Η ιστορία του Μαργαριτιού », Αθήνα 1992, σελ. 101 :
« … Στην από 29.10.1940, βάσει σχεδίου σύμπτυξη του ελληνικού στρατού, τα Αλβανικά τάγματα τα οποία κατά τ’ ανωτέρω ακολουθούσαν και μουσουλμάνοι Τσάμηδες που προήλασαν με τα Ιταλικά στρατεύματα, λεηλάτησαν τα εγκα-ταλειμμένα σπίτια των Ελλήνων χριστιανών και πυρπόλησαν την Ηγουμενίτσα, όπου και εξετέλεσαν δύο προκρίτους ( σ.σ. Το Χρήστο Πιτούλη και Χρήστο Τσώνη). Την 8.11.1940 κυρίεψαν το Μαργαρίτι, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί από το σύνολο σχεδόν του χριστιανικού του πληθυσμού και αμέσως προωθή-θηκε σ’ αυτό τμήμα ιππικού με πυροβόλα … »
β. (του ιδίου) « Ιστορική αλήθεια για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες », Αθήνα, 1992, σελ. 96-97 :
« … το δε πρωί της 08.11.1940 κυρίεψαν το Μαργαρίτι, ενώ μικρή δύναμη στρατιωτών Ιταλών κατευθυνόμενη από ληστο-συμμορίες μουσουλμάνων καταγόμενων από το χωριό Ζερ-βοχώρι της Παραμυθιάς με αρχηγούς τους Μελέκ Σιάνη και Μεϊντή Χότζια, έφτασαν στο χωριό Δράγανη (σήμ. Αμπελιά). Κατά την ώρα 8 εσπερινή της ίδιας μέρας, αναγνωριστικό τους τμήμα 80 ανδρών, Ιταλών και Μουσουλμάνων των δυνάμεών τους εισήλθε στην πόλη της Παραμυθιάς. Τούτους υποδέχτηκαν ως ελευθερωτές, οι μουσουλμάνοι της πόλεως με επί κεφαλής τον Μουφτή Παραμυθιάς Χασάν Αβδουλά, τους εναγκαλίστηκαν και ενθουσιαστικά τέλεσαν στον κεντρικό τζαμί της αγοράς, δέηση στο Θεό υπέρ των ιταλικών δυνάμεων. Με υποδείξεις των μουσουλμάνων, επί κεφαλής των οποίων είχε οριστεί κύριος πολιτοφύλακας ο Σιέφης (Εσφρέν Ντίνος), οι Ιταλοί στρατιώτες πυρπόλησαν το ιδιοκτησίας Αριάδνης χήρας Βασιλ. Ρίγγα και ΄Αννας Βασιλ. Ρίγγα κεντρικόν οικοδομικό τετράγωνο στου οποίου τα υπόγεια ο ελληνικός στρατός είχε αποθηκεύσει πυρομαχικά και άλλον οπλισμό. Λόγω της γενναίας τοπικής άμυνας που αναπτύχθηκε από τμήματα του ελληνικού στρατού και ενόπλους πολίτες της Παραμυθιάς και των γύρω χωριών της, η ιταλική στρατιωτική δύναμη με συνοδούς μουσουλμάνους συμπτύχτηκε στο Μαργαρίτι, όπου βρίσκονταν η κύρια δύναμή της.
… Τελικά, οι ιταλικές δυνάμεις με τα ακολουθούντα αυτές δύο αλβανικά τάγματα, καταδιωκόμενες από τις ενισχυμένες ελλη-νικές δυνάμεις από της 14.11.1940, αναγκάστηκαν, ύστερα από σκληρές μάχες, να υποχωρήσουν και τελικά την 28.11.1940 να διαφύγουν στο αλβανικό έδαφος. Τούτους ακολούθησαν θεληματικά και αρκετοί μουσουλμάνοι Θεσπρωτοί (Τσάμηδες).
- Γιώργου Μαργαρίτη : « Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες », Αθήνα 2005, σελ. 145, 146 :

« … Οι φασίστες παράγοντες των Τιράνων, και κυρίως ο περίφημος Τζιακομόνι, ουσιαστικοί διοικητές της Αλβανίας, υιοθέτησαν τις ιδέες του αλβανικού εθνικισμού περί της « Μεγάλης Αλβανίας » και τις χρησιμοποίησαν ως αιχμή του δόρατος των ιταλικών πιέσεων ενάντια στα γειτονικά βαλκανικά κράτη, την Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Το ζήτημα των Τσάμηδων απέκτησε, έτσι, νέες διαστάσεις. …
Σελ. 149 . Η άφιξη στην Τσαμουριά, λίγο μετά την έναρξη του ελληνοταλικού πολέμου, των ιταλικών στρατευμάτων, συνοδευ-όμενων από μονάδες Αλβανών εθελοντών, στις οποίες πλειοψηφού-σαν οι Τσάμηδες, προκάλεσε νέες ανατροπές. Πολλοί πρόσφυγες ή φυγάδες από την περιοχή επέστρεψαν στον τόπο τους, διψώντας σε πολλές περιπτώσεις για αντεκδίκηση ή έστω διεκδικώντας τα όσα είχαν χάσει. Ο Θρίαμβός τους υπήρξε όμως βραχύβιος. Στα μέσα Νοεμβρίου του 1940 οι Ιταλοί υποχώρησαν και μαζί τους οι Τσάμηδες εθελοντές και όσοι είχαν εκτεθεί ιδιαίτερα στην υποδοχή των τελευταίων…» .

Προφορικές μαρτυρίες

( Οι παρακάτω προφορικές μαρτυρίες είναι διασκευασμένες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αλλοιώνεται το πραγματικό τους νόημα)

- Ευάγγελος Μπακαγιάννης (Μαργαρίτι), συνταξιούχος ιπτάμενος μηχανικός :

« …Το Νοέμβρη του 1940, όταν ο ελληνικός στρατός οπισθο-χώρησε, βάση σχεδίου, εξαιτίας της ιταλικής επίθεσης, ο Γιασίν Σαντήκ, πρώην πρόεδρος του Μαργαριτιού, ήρθε στο Μαργαρίτι με τη στολή του Ταγματάρχη, ως αρχηγός αλβανικού τάγματος.
Τις μέρες αυτές οι Χριστιανοί του Μαργαριτιού και των γύρω χωριών εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και μετέβηκαν άλλοι στην Πάργα και άλλοι στα ενδότερα της χώρας. Η οικογένειά μου πρώτα μεταφέρθηκε στην Πάργα και ύστερα στους Παξούς».

- Δημήτρης Μάτης ( Μαργαρίτι ) :

« Με την κήρυξη του Πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, ιταλικά αεροπλάνα πέταξαν πάνω από το Μαργαρίτι. Επειδή κοντά στο Τζαμί των Αλβανοτσάμηδων είδαν μερικούς χωρικούς που με τα άλογά τους πήγαιναν ελιές στο λιοτριβειό για να τις βγάλουν λάδι, και τους νόμισαν για Ελληνικό στρατό, άρχισαν να βομβαρδίζουν. Από το βομβαρδισμό αυτόν σκοτώ-θηκαν δύο ΄Ελληνες στρατιώτες και μία Ελληνίδα. Τον ένα μάλιστα στρατιώτη τον βρήκε ο παππούς μου σκοτωμένο μέσα σε κάτι σύρματα, επειδή εκεί τον είχαν πετάξει τα αέρια της βόμβας. Την ώρα που έπεσαν οι βόμβες το Τζαμί ήταν γεμάτο με Αλβανοτσάμηδες που προσεύχονταν στον Αλλάχ για τον ερχομό των Ιταλών στο Μαργαρίτι. Αν μια βόμβα είχε πέσει στο Τζαμί, θα θρηνούσαμε με βεβαιότητα πολλά θύματα.
Τις μέρες αυτές πολλοί Χριστιανοί του Μαργαριτιού, επειδή φοβήθηκαν τον ερχομό των Αλβανοτσάμηδων, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους. Η οικογένειά μου πήγε στο Αγρίνιο, όπου εκεί ζούσε ο αδερφός του πατέρα μου, ενώ άλλες στην Πάργα και σε χωριά της Πρέβεζας.
Ο ελληνικός στρατός ήταν στρατοπεδευμένος έξω από το Μαργαρίτι. Στο Μαργαρίτι οι Ιταλοί με τους Αλβανοτσάμηδες έμειναν μόνο λίγες μέρες, επειδή δέχτηκαν την επίθεση του Ελληνικού στρατού ».

- Κωνστατίνος Ν. Καλύβας ( Παραμυθιά), ιδιωτικό Γραφείο

« Στις 08.11.1940 βραδινές ώρες ήρθε στην Παραμυθιά μια ομάδα από Ιταλούς στρατιώτες και Αλβανοτσάμηδες. Αμέσως έβαλαν φωτιά στο οικοδομικό συγκρότημα που υπήρχε τότε απέναντι από το φούρνο του Λαμπρο – Μίχου. Ανάμεσα στα πυρποληθέντα μαγαζιά ήταν το καφεζαχαροπλαστείο του Σωτήρη Κουτούπη και το ραφείο του πατέρα μου, του Νικόλα Καλύβα. ΄Η πυρπόληση έγινε, επειδή στο υπόγειο του καφεζαχα-ροπλαστείου υπήρχαν μάσκες του ελληνικού στρατού. Και τούτο, όπως απεδείχθη, γνώριζαν οι Αλβονοτσάμηδες.
Την ίδια ώρα, επειδή άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί από το Τσιέπι του Καλύβα και τα άλλα γύρω από την Παραμυθιά φυλάκια, οι Ιταλοί με τους Αλβανοτσάμηδες φοβήθηκαν και έφυγαν για την Μαζαρακιά ».
- Η Κωνστάντω Κόκκορη - Καράμπελα (Παραμυθιά)
« Στις 28 Οκτωβρίου 1940 που οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο από την Αλβανία, η μάνα μας δεν είχε ακόμα σαραντίσει στο μικρό μας αδερφό το Μιχάλη. Νύχτα, φορτωμένη τη σαρμανίτσα γεμάτη με μικροπράγματα και κρατώντας στην αγκαλιά της φασκιωμένο το Μιχαλή, ανηφορήσαμε για το Λευτροχώρι. Εκεί δε βρήκαμε κανέναν. Κατεβαίνοντας στο Πλάτανο συναντήσαμε τον παππού μας το Γκέλη Γώγο και τη Χρηστο – Ντίνοβα, αδερφή της μάνας μας. ΄Ολοι μαζί πήγαμε στη Σαλονίκη. Στο χωριό Σαλονίκη μάθαμε ότι ένα βράδυ ήρθαν οι Ιταλοί στην Παραμυθιά και κάψανε το καφενείο του Σωτήρη Κουτούπη, που ήταν απέναντι από το φούρνο του Λάμπρο – Μίχου »
- Αρσένιος Μαραζόπουλος (Ζερβοχώρι Παραμυθιάς)
« Με την κήρυξη του πολέμου του 1940 κυκλοφόρησαν φήμες ότι έρχονται οι Ιταλοί με τους Αλβανοτσάμηδες. Από το χωριό μας έχει πάει στην Αλβανία ένας Αλβανοτσάμης, που όπως άκουσα αργότερα, ήρθε τις μέρες αυτές στη Θεσπρωτίας μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες του.
Οι χωριανοί μας από το φόβο αυτόν πήραν από τα σπίτια τους ό,τι πράγματα μπορούσαν και ανέβηκαν στις γκράβες (σπηλιές) του Κορύλα. Μαζί μας, μάλιστα, ήρθε και ο Χότζιας, επειδή δεν ήθελε να τα χαλάσει με τους Χριστιανούς.
Πάντως, αυτές τις ημέρες, δηλαδή Νοέμβριο του 1940, στο χωριό μας δεν ήρθαν Ιταλοί στρατιώτες με Αλβανοτσάμηδες ».

Μάριος Αναστασίου Μπίκας 


 
Η Θεσπρωτία την 28η Οκτωβρίου 1940, το ΟΧΙ των Ελλήνων Η Θεσπρωτία την 28η Οκτωβρίου 1940, το ΟΧΙ των Ελλήνων Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5

Τα "πανηγύρια" των Αλβανοτσάμηδων στην Παραμυθιά στις 28 Οκτωβρίου 1940

Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019

 
Λίγες μέρες προ του πολέμου του 1940, οι Αλβανοτσάμηδες άφηναν να τους ξεφεύγουν λόγια ότι, «θα ’ρθει ο Ιταλός».

Οι διαβόητος λήσταρχος ΝΤΑΟΥΤ ΧΟΤΖΑΣ εκινείτο για την προετοιμασία ενεργειών στα μετόπισθεν, που θα διευκόλυναν την ιταλική προέλαση. Καταγόταν από το χωριό Δραγούμη (νυν Ζερβοχώρι) και ήταν λήσταρχος, συναρχηγός συμμορίας με τον χριστιανό συγχωριανό του, Κ.Σ, βαρύνονταν δε με παντοειδή αδικήματα και είχε επικηρυχθεί με το κολοσσιαίο για την εποχή εκείνη ποσό των 500.000 δραχμών. Οι Ιταλοί τον προσεταιρίσθησαν και άρχισε να εργάζεται για την Αλβανία, τότε δε, ήρθε σε ρήξη με τον συναρχηγό του, Κ.Σ, ο οποίος παρά τον ληστρικό βίο διατηρεί ακμαία τα εθνικά φρονήματα.

Ο μεν Νταούτ Χότζας αναγκάστηκε διωκόμενος να καταφύγει στην Αλβανία, ο δε Σ. εγκατέλειψε την Ελλάδα και κατέφυγε στην Αμερική, όπου εργάστηκε πλέον τίμια και ευσυνείδητα, απέκτησε οικογένεια και αρκετή περιουσία και πέθανε στα βαθιά γεράματα προ μερικών ετών.

Οι ληστές Τ-Μ και Ν.Κ κινήθηκαν κατά των υπολειμμάτων της συμμορίας του Νταούτ από το 1924 και εντός του έτους, με την στήριξη και του Η.Σ, αδελφό του Κ.Σ ο οποίος ζει ήσυχα και έντιμα στο σπίτι του, την ανοχή των αστυνομικών αρχών, την εξολόθρευσαν τελείως, σκοτώνοντας τον υπαρχηγό του Νταούτ, Αζίζ Λιούλη από το Ζερβοχώρι και άλλους 5 Αλβανοτσάμηδες ληστές, έφεραν δε στην Παραμυθιά τα 6 κεφάλια και τον 7ο συμμορίτη αιχμάλωτο, καθώς είχε τραυματιστεί στα πόδια.

Τα κεφάλια εκτέθηκαν σε κοινή θέα στο καλαμποκοπάζαρο της Παραμυθιάς, και η συμμορία Τ-Μ παραδόθηκε στις αρχές λαμβάνοντας αμνηστία. Τον Αζίζ Λιούλη σκότωσε ο ίδιος ο Η.Σ με το όπλο του, Μάνλιχερ (το οποίο ουδέποτε παρέδωσε), ο ίδιος δε τραυμάτισε στο πόδι τον αιχμάλωτο, για να μην ξεφύγει στην διάρκεια της συμπλοκής.



Ήδη την παραμονή του πολέμου του 1940, ο Νταούτ Χότζας και ο Μελέκ Σιάνης είχαν εισχωρήσει κρυφά στο ελληνικό έδαφος, όπως διέδιδε ο ελληνοχριστιανικός πληθυσμός. Κατά το 1950, οι Η.Σ και ο πρόεδρος της κοινότητας, Δημ. Μαραζόπουλος, με διαβεβαίωσαν ότι η φήμη ήταν καθ’ όλα ακριβής.

Ο Νταούτ είχε εγκατασταθεί κοντά στην ελληνική μεθόριο, για να εισέρχεται εύκολα στην Ελλάδα, αλλά, ως κακοποιό στοιχείο, ήρθε σε ρήξη με τους ομόθρησκούς του Αλβανούς, που για προσωπικούς λόγους τον σκότωσαν. Μην μπορώντας να μείνουν άλλο στην Αλβανία, αφού ο Νταούτ ήταν προστατευόμενος των αλβανικών και ιταλικών αρχών, του έκοψαν το κεφάλι, ήρθαν στην Ελλάδα όπου ζήτησαν άσυλο και την είσπραξη της επικήρυξης. Οι Ελληνικές αρχές τότε μετέφεραν στα σύνορα τους Χ.Ο, κάτοικο Γλυκής και τον γνωστό μας Η.Σ, κάτοικο Ζερβοχωρίου. Τους συνόδευε αξιωματικός της Χωροφυλακής, νομίζω ο κ. Χριστινάκης. Αυτοί επιβεβαίωσαν ότι η κεφαλή ανήκε στον Νταούτ Χότζα, ληστή, επικηρυγμένο, βαρυνόμενο με 35 φόνους, στους οποίους και ομοθρήσκων του, με ληστείες, απαγωγές και ο οποίος είχε καταφύγει από το 1924 στην Αλβανία.

Την υπόθεση «Του μεγάλου πατριώτη Νταούτ Χότζα», η αλβανική εφημερίδα «Τομόρι», το επίσημο ιταλικό πρακτορείο «Ντε Στέφανι», ο ιταλικός τύπος και οι διπλωματική αντιπρόσωποι Ιταλίας και Αλβανίας έκαναν μυθιστόρημα και σ’ αυτό βάσισαν την ψυχολογική προετοιμασία της κατά της Ελλάδας φασιστικής επίθεσης καθώς και την εν γένει ανθελληνική εκστρατεία…

Η ελληνική κυβέρνηση και το Αθηναϊκό πρακτορείο κατέρριψαν τα περί Νταούτ αλβανο-ιταλικά ψεύδη, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται περί κοινού κακοποιού, δολοφονημένος στην Αλβανία για λόγους εκδίκησης και όχι στην Ελλάδα από τις ελληνικές αρχές για τις πατριωτικές του, όπως έλεγαν οι Αλβανο-Ιταλοί, ενέργειες.

Παρ’ όλα αυτά, οι μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας μεταβίβασαν και άλλες ψευδολογίες που δημοσιεύθηκαν στις αλβανικές και ιταλικές εφημερίδες και μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο των Τιράνων. Ότι δήθεν γίνονταν καταπιέσεις και φόνοι Αλβανών στην Παραμυθιά, Καρβουνάρι και Μαζαράκι. Ο Παραμυθιώτης έμπορος Ριζά Κάλης παρουσιάστηκε ως δολοφονημένος, ενώ εργαζόταν στο κατάστημά του και μικρό καπνοεργοστάσιο της Παραμυθιάς και το ίδιο καλοκαίρι του μάθαινα τις 4 πράξεις της αριθμητικής, χάρη των εργασιών του.

Οι ελληνικές αρχές προέβησαν εις την διάψευση, επί πλέον δε, συνέλαβαν τον Ριζά Κάλη και τον μετέφεραν βιαίως στον ραδιοφωνικό μας σταθμό, όπου τον υποχρέωσαν να μιλήσει προς απόδειξη των ψευδολογιών. Χαρακτηριστικό του θράσους των Αλβανών είναι ότι κατήγγειλαν φόνους στο Καρβουνάρι, ενώ στο χωριό αυτό είχε να γίνει φόνος από το 1906, από τουρκοκρατίας δηλαδή, όταν ο αδελφός του Τεφήκ Κεμάλ, με την προτροπή του πατέρα του, σκότωσε την μητέρα του, το γένος Ζεϊνέλ, για λόγους τιμής. Επτά έτη δηλαδή, πριν η Ήπειρος γίνει ελληνική.

Νεαροί τσάμηδες δραπέτες από την Ελλάδα εντάχθηκαν στην υπό τον Γασίν Σαντήκ συμμορία και χρησιμοποιήθηκαν ως οδηγοί και ένοπλοι συμπαραστάτες του εισβολέα, πλαισιώνοντας την ίδια την μεραρχία ΣΙΕΝΑ (Ελληνική Λευκή Βίβλο και Χαρα. Κατσιμήτρου «Ήπειρος Προμαχούσα»).
Την επέκταση των αλβανικών συνόρων προς Τσαμουριά, ήτοι μέχρι και της πεδιάδας του Φαναρίου Θεσπρωτίας, υποσχέθηκε στους Αλβανούς ο Ιταλός στρατάρχης Μποντόλιο, την 25η Ιουνίου 1939. Αναφορές των Ελλήνων πρακτόρων στην Αλβανία, διαταγές ιταλικών μονάδων και απομνημονεύματα Ιταλών αξιωματικών περιγράφουν την ευρεία χρησιμοποίηση των Αλβανοτσάμηδων.

Οι πυρπολήσεις στην Ηγουμενίτσα κατά την κατάληψή της από τις ιταλικές δυνάμεις, τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι βιαιότητες, λεηλασίες, φόνοι, αποδίδονται στις αλβανικές συμμορίες, αποτελούμενες από τρία σώματα των 600 ανδρών και αποτελούμενες από μερικούς εξωμότες της Θεσπρωτίας (Αλβανοτσάμηδες) και Αλβανούς, από την περιοχή Κουρβελεσίου, είχαν μισθό 300 αλβανικών φράγκων ή λεκ. Ένα λεκ ισούνταν με 7 δραχμές κατά το 1940.

Στο χωριό Λεπτοκαρυά, ο Αθανάσιος Νικολαΐδης, απεσταλμένος του επιτελάρχη Λαλαούνη Β., διοικητή της VΙΙΙ ομάδας αναγνώρισης, ψάχνοντας έγγραφα των άταφων Ιταλών νεκρών που βρίσκονταν στην θέση Ντούπιανη (μεταξύ Βρουσίνας-Λεπτοκαρυάς-Ρεβενής), βρήκε έναν Αλβανό νεκρό, ντυμένο με λευκά σαλβάρια, φέροντα μπόγο πλήρη τιμαλφών, αποτέλεσμα ασφαλώς της ένδοξης δράσης του κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατά τους Αλβανούς, είναι ακατανόητες χωρίς το πατροπαράδοτο γι’ αυτούς «πλιάτσικο».

Εντός της πόλης των Φιλιατών, η δράση των Αλβανών ήταν τέτοια που οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να αφοπλίσουν πολλούς εξ αυτών (απομνημονεύματα Ιταλών αξιωματικών στην εφημερίδα «Θεσπρωτικά Νέα»).

Κατά την πρώτη φάση του πολέμου, κατά την οποία οι Ιταλοί έφτασαν και πέρα του ποταμού Καλαμά, επέδειξαν την προδοτική τους στάση οι Ντεμάτες και ο Χατζή Σέϊκος, ο οποίος ανέλαβε την αρχηγία των Αλβανοτσάμηδων φασιστών της πόλης των Φιλιατών.

Το σύνταγμα του Γιασίν Σαντήκ έλαβε μέρος στον κατά της Ελλάδας πόλεμο, στον παραλιακό τομέα με δύο τάγματά του, που ήταν μάλλον πολυάριθμη ληστρική συμμορία παρά στρατός. Οι συμμορίες αυτές τελούν υπό την αρχηγία του Ντέμο Χαμήτ με δράση κατά μήκος της παραλίας, και του Χουσεϊν Χαϋρουλά με δράση κάπως ενδότερα, προς την περιοχή της Σκάλας Φιλιατών. Οργίασαν λοιπόν τα τάγματα του Γιασίν Σαντήκ στις περιοχές της Ηγουμενίτσας και Σκάλας Φιλιατών, όπου συν τοις άλλοις έκαψαν και την οικία του Αντώνη Γκατζώνη, οδηγού των ελληνικών στρατευμάτων, του οποίου είχαν λεηλατηθεί και δύο καταστήματα στις Φιλιάτες κατά την πρώτη ιταλική κατοχή της Ηπείρου το 1917, ο δε Γκατζώνης, μετά και την νέα λεηλασία από τον Χουσεϊν Χαϋρουλά, περιήλθε εις την έσχατη ένδεια και μέχρι τον θάνατό του έζησε μεροκαματιάρης όπου έβρισκε ένα κομμάτι ψωμί.

Την 6η Νοεμβρίου 1940, ιταλικό σύνταγμα προέλασε προς το χωριό Δράγανη Παραμυθιάς (νυν Αμπελιά) και είχε οδηγό τον Βεήπ Μούχον από το Νικολίτσι, ντυμένο με ιταλική στολή και οπλισμένο με ιταλικό μουσκέτο. Κατά την εκ Σενεμηρίζης και Νικολιτσίου διέλευσή του, το σύνταγμα αυτό ενισχύθηκε και από άλλους Αλβανούς, οι οποίοι το ακολούθησαν και κατά την οπισθοχώρηση.

Την 7η Νοεμβρίου 1940 και αφού καλώς, ή κακώς, οι υπό τον στρατηγό Λιούμπαν ελληνικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν πέρα του Αχέροντα, η δε χωροφυλακή και οι δημόσιες αρχές είχαν εκκενώσει την επαρχία πλην των σταθμών χωροφυλακής Κερασόβου και Βλαχωρίου, του οποίου εμπόδισε να φύγουν το απόσπασμα Τσακαλώτου, ο οποίος μάλιστα παρ’ ολίγον να τουφεκίσει τον σταθμάρχη Βλαχωρίου, Γούδα, για εγκατάλειψη θέσης ενώπιον του εχθρού, ενώ ο Γούδας ακολουθούσε την εντολή των προϊσταμένων του.

Η VIII Μεραρχία Ηπείρου, προς κάλυψη του πλευρού της, που κακώς είχε μείνει ακάλυπτο, απέστειλε μονάδα δύναμης τάγματος στην Σκάλα Παραμυθιάς, υπό τον αντισυνταγματάρχη Προεστάκην, αν ενθυμούμαι καλώς. Αλλιώς ο εχθρός μπορούσε να προελάσει επί της ημιονικής οδού Παραμυθιάς-Ιωαννίνων, της βασικότερης τότε οδικής αρτηρίας στην δυτική Ήπειρο.

Κατά τις 8 το βράδυ, μπήκε στην κωμόπολη της Παραμυθιάς εχθρικό αναγνωριστικό απόσπασμα δύναμης 80 ανδρών, προερχόμενο από την Δράγανη, όπου είχαν ήδη φτάσει σημαντικές εχθρικές δυνάμεις που είχαν χάσει κάθε επαφή με τα ελληνικά τμήματα, χωρίς σημαντική μάχη. Δεν τολμούσαν να επιχειρήσουν προέλαση, διότι η μεν VIII Μεραρχία κρατούσε τις θέσεις σθεναρά, καταφέρνοντας καίρια πλήγματα κατά των επιτιθέμενων Ιταλών, τόσο στο Γκραμπάλα, όσο και στον Καλαμά (τομέας Ρεπετίστης), ενώ στην Πίνδο για την μεραρχία Τζούλια άρχισαν οι μαύρες μέρες, που κατέληξαν μετά από τετραήμερο στην πλήρη διάλυσή της. Έμειναν λοιπόν οι Ιταλοί εν αναμονή εξελίξεων, αντί να επιτεθούν ταχέως προς την κατεύθυνση της Πρέβεζας, πριν το 6ο Σύνταγμα Κορίνθου οργανώσει αμυντικά την διάβαση Μποντάρι.

Έστειλαν όμως αναγνωριστικές περιπόλους, εκ των οποίων η μία εισήλθε στην Παραμυθιά. Οδηγοί του αναγνωριστικού αυτού αποσπάσματος ήταν Αλβανοί, ανάμεσά του δύο πρώην ληστές Μελέκ Σιάνης και Μεϊντή Χότζιας, από το Ζερβοχώρι και οι δύο, συμμορίτης ο πρώτος, συμμορίτης και αδελφός του Νταούκ Χότζια ο δεύτερος, ανήκουν στην δύναμη του αποσπάσματος και φέρουν ιταλική στολή και ιταλικό οπλισμό.

Οι τσάμηδες της Παραμυθιά, έχοντας επικεφαλής τον μουφτή τον Χασάν Αβδουλά, βρέθηκαν στο πηγάδι της αγοράς, όπου ήταν το Ιερό Τέμενος, όπου δέχτηκαν με αγκαλιές τους ελευθερωτές τους και ξεφώνισαν: «Ντουά στο Γιαραμπή», ήτοι δέηση προς τον Ύψιστο υπέρ των Ιταλο-αλβανικών όπλων.

Κατά την στιγμή εκείνη, πενήντα περίπου μέτρα μακριά, στο καφενείο Κυριάκη, βρίσκονταν δύο στρατιώτες και ένας λοχίας του ελληνικού στρατού, οι οποίοι για να ικανοποιήσουν τον αλκοολισμό τους, μόλις είχε σκοτεινιάσει, είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους στην Σκάλα. Έπιναν και βρίσκονταν σε εύθυμη διάθεση. Όταν ειδοποιήθηκαν ότι ήρθε στην πόλη ιταλικό απόσπασμα, αρνήθηκαν να φύγουν.

Ο Σιέφης (Εσρέφ Ντίνος), Αλβανός Παραμυθιώτης, που είχε αναλάβει πολιτοφύλακας κατ’ εντολή των Ιταλών, μπήκε και τους διέταξε να τον ακολουθήσουν, και όταν έλαβε την άρνησή τους, έτρεξε να ειδοποιήσει τους Ιταλούς. Οι Έλληνες πολίτες τότε, προεξάρχοντος του Ιωάννη Μητσιώνη, αντιπροσώπου της εταιρείας Σίγγερ, τους έσυραν βιαίως και εν τάχει έξω από την πόλη. Μόλις πέρασαν την οικία Νικ. Εργολάβου, τους χτύπησε κρύος αέρας, συνήλθαν και έτρεξαν προς τις θέσεις τους, όπου φτάνοντας πυροβολήθηκαν ανεπιτυχώς από τους συναδέλφους τους κατά τις 9 το βράδυ, και αφού μίλησαν, τους άφησαν να περάσουν.

Οι πυροβολισμοί αυτοί είχαν ευχάριστη συνέχεια: οι Ιταλοί μετά την υποδοχή, τους εναγκαλισμούς και τις δεήσεις, οδηγήθηκαν από τους τσάμηδες στην πυρπόληση καταστημάτων και των οικιών. Ήδη είχε πυρποληθεί το καφενείο του Σωτήρη Κουτούπη, καιγόταν ολόκληρο το τετράγωνο, όταν στο χωριό Καρυώτι συγκεντρώθηκαν προς άμυνα μερικοί ένοπλοι υπό τους αγροφύλακες Λάμπρο Γκάτζια, και Γεώργιο Θ. Τάχια, επιζώντα εισέτι, ενισχύθηκαν και από μερικούς πρόσφυγες χωριάτες από Ψάκκα, υπό την ηγεσία του Γεωργίου Δήμα.

Οι χωρικοί εξήλθαν από το χωριό για να λάβουν αμυντική διάταξη, όταν άκουσαν τους πυροβολισμούς από την Σκάλα Παραμυθιάς, όπου ήταν τμήμα της VIII Μεραρχίας Ηπείρου και νομίζοντας ότι άρχισε ελληνική επίθεση προς εκείνο το σημείο, έτρεξαν και κατέβαλαν την ΝΑ παρυφή της Παραμυθιάς αντέρεισμα Ταμπούρι και έβαλαν κατά του πυρολυμένου κτιρίου, πέριξ του οποίου φώναζαν Ιταλοί και Τσάμηδες. Το ιταλικό απόσπασμα φοβούμενη την σοβαρή επίθεση και τον κίνδυνο να βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, ετράπη σε άτακτη φυγή προς Δράγανη. Οι Γκάτζιας, Τάχιας και Δήμας παρασημοφορήθηκαν από την 8η Μεραρχία για την πρωτοβουλία τους αυτή.

Κατά την κατοχή όμως ο Δήμας υπέστη βασανιστήρια από τους Αλβανούς και την ιταλική καραμπινερία και εμπρησμό της οικίας του. Ομοίως ο Τάχιας συνελήφθη δις από την καραμπινερία Παραμυθιάς και κακοποιήθηκε, συλλήψεις που έγιναν με διάφορες προφάσεις.

Ο Σιέφης, που είχε αναλάβει ως πολιτοφύλακας κατ’ εντολή των Ιταλών, συνελήφθη μετά από εκείνη την ημέρα από τον στρατό μας, οδηγήθηκε σε έκτακτο στρατοδικείο, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο.

Μπροστά από την προέλαση του 6ου συντάγματος Κορίνθου και του τάγματος Προεστάκη, οι Ιταλοί αποσύρθηκαν πέρα του Καλαμά, φοβούμενοι ότι θα πάθουν ότι και η μεραρχία αλπινιστών στην Πίνδο. Τότε, ολόκληρος ο πληθυσμός της Παραμυθιάς, ο χριστιανικός βέβαια, μετέφερε στους ώμους (μην υπάρχοντας άλλα μεταφορικά μέσα) όλη την διαθέσιμη ξυλεία από τα ξυλουργεία της Παραμυθιάς, μέχρι Μενίνα, προς γεφύρωση του Καλαμά.
Στα εδάφη που ανακτήθηκαν από τον στρατό μας, οι χωροφύλακες και αγροφύλακες υπό τον ανθυπασπιστή Γυπάκη και αγρονόμο Καρβούνη, συγκέντρωσαν εν τάχει τους άνδρες Αλβανοτσάμηδες και τους οδήγησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κόρινθο και Χίο.

Για να τους συλλάβουν οι αγροφύλακες, οι οποίοι κυρίως γνώριζαν τους συνεργάτες των Ιταλών κατά πρόσωπο, έφθασαν μέχρι τα σύνορα. Πολλοί Αλβανοί σταμάτησαν εκεί, όταν εκδιώχθηκαν οι Ιταλοί, νομίζοντας πως είναι ασφαλείς. Ήταν από εκείνους που παρακολουθούσαν τον ιταλικό στρατό νικητή, αλλά τον εγκατέλειψαν όταν ετράπη σε φυγή. Στις σημειώσεις μου έχω τα ονόματα δύο εξ αυτών, συλληφθέντων στην κορυφογραμμή Βέρβα, τους Σελήμ Λιατίφ από Κορύτιανη και τον Σαντήκ Κερίμ από Σενεμηρίζα.

Όπως με τις ανοιξιάτικες ψιχάλες, εξαπατώνται οι κόχλοι και ανυψώνουν το κεφάλι, έτσι και με την ιταλική προέλαση των πρώτων ημερών, οι Αλβανοτσάμηδες νομίζοντας ότι έσβησε η Ελλάδα, αποκάλυψαν τον πραγματικό τους εαυτό.

Προ ετών ανέγνωσα, χωρίς να συγκρατήσω στοιχεία, ότι και οι Γερμανοί ασχολούμενοι με τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο περιγράφουν με μελανά χρώματα τους Αλβανούς, πρώτους στις λεηλασίες και τελευταίοι στην μάχη. Μία των αιτιών της ιταλικής ήττας θεωρούν την κακή εκτίμηση από τους Ιταλούς, των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Αλβανών εν γένει.

* Απο το βιβλίο του Βασίλειου Παυλίδη: Οι Αλβανοτσάμηδες της Παραμυθιάς και η Κατοχή

 
Τα "πανηγύρια" των Αλβανοτσάμηδων στην Παραμυθιά στις 28 Οκτωβρίου 1940 Τα "πανηγύρια" των Αλβανοτσάμηδων στην Παραμυθιά στις 28 Οκτωβρίου 1940 Reviewed by thespro.gr on Κυριακή, Οκτωβρίου 27, 2019 Rating: 5
Από το Blogger.