Post Page Advertisement [Top]






Είμαι στην Πλαταριά μου από τις αρχές Δεκεμβρίου και στις 20 του μήνα πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα. Δηλαδή τα Χριστούγεννα δεν θα είμαι εδώ. Η οικογένεια είναι στην Αθήνα και πρέπει να γιορτάσουμε όλοι μαζί. Παραμένουμε κλασική οικογένεια και οι « μεγάλες γιορτές παραμένουν οικογενειακές. Άγραφος νόμος ή πιο σωστά βιώματα μας . Οι γονείς μου ήταν θρησκευόμενα άτομα. Ζούσαν τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πασχαλιάς και αυτό το συναίσθημα το πέρασαν και σε εμάς τα παιδιά. Οι αντιδράσεις τους, οι φροντίδες τους τυπώθηκαν ανεξίτηλα στις παιδικές ψυχές μας. Όλα τα χρόνια, πριν δημιουργήσω τη δική μου οικογένεια, ερχόμουν Χριστούγεννα και Πάσχα . Θα ήμουν στο χωριό. Να γιορτάσουμε όλοι μαζί. Και τους ευγνωμονώ. Τα βιώματά μου είναι βαθιά, καλά ριζωμένα. Πορεύτηκα με αυτά και στην πορεία της ζωής μου.

Αυτό γινόταν μέχρι το 1978. Μετά ήλθε η δική μου οικογένεια. Ήλθαν και τα δύο παιδιά. Τους μιλούσα για τα δικά μου παιδικά Χριστούγεννα και το Πάσχα. Γιορτάσαμε και όλοι μαζί εδώ στην Πλαταριά. Άλλες οι ανέσεις στην Αθήνα και άλλες στην Πλαταριά. Άλλα τα δώρα τώρα . Τους μίλησε , τους διηγήθηκε όλη του τη ζωή ο Παππούς Στέφανος. Η γιαγιά Όλγα δεν πρόλαβε. Έφυγε νωρίς , όταν μωρά τα παιδιά. Τους πήγα στο πατρικό μου σπίτι. Τους μίλησα για τον τρόπο που γιορτάζαμε. Με το χτύπημα της καμπάνας ,στις πέντε ξημερώματα , « πεταγόμαστε από την ψάθα που κοιμόμαστε» και ετοιμαζόμαστε μάνι-μάνι. Ποιο παιδικό δωμάτιο. Ποιο σαλόνι. Ποιο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Λαμπάκια ; Στολίδια διάφορα ; Μα τι λέτε. Που να πλυθείς με τέτοιο κρύο έξω στη βρυσούλα. Λίγο νερό , μία χούφτα μας έριχνε η μάνα στην πόρτα ,και ίσια που μουσκεύαμε τα μάτια να φύγουν …οι τσίμπλες. Όπως νίβονται οι γάτες ! Που να βρεθούν τα καινούργια ρούχα. Ποια δώρα ; Το πολύ-πολύ από ένα μπαλόνι και διαφορετικού χρώματος για να μην μαλώνουμε . Μάλιστα, αν ήταν βαρύς χειμώνας, κοιμόμαστε με τα ρούχα. Στην ψάθα βέβαια. Νύχτα ήταν ποιος να προσέξει τα ρούχα. Αλλά και ποιος είχε καινούργια ; Δεν περίσσευαν χρήματα. Και καλά να πήγαινε η σοδειά του λαδιού έπρεπε να « κρατήσουμε το λάδι της χρονιάς» , να γεμίσουμε τον τσίγκο και το υπόλοιπο να πληρώσουμε τα βερεσέδια του μπακάλη και να πληρωθεί και η Αγροτική Τράπεζα για το σπόρο καλαμποκιού και σταριού. Αχ αυτές οι τράπεζες με τα δάνειά τους. Άχτι τις έχω από παιδί !

Πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία εκτός από τη μάνα. Έτσι έκαναν όλες οι μανάδες. Γιατί ; Γιατί έπρεπε να κάνουν τις τηγανίτες. Ήταν έθιμο σε κάθε γέννα να κάνουν τηγανίτες. Να ήταν έτοιμες και ζεστές σαν γυρνούσαμε, ,μέρα πια, στο σπίτι. Ήταν κατήφορος και πιασμένοι χέρι-χέρι κατεβαίναμε ..άνετα. Στενό σοκάκι ; Με πέτρες που εξείχαν ανομοιόμορφα ; Γλιστερές ; Αιχμηρές ; Με στροφές ; Και λοιπόν ; Την ανηφοριά του χωριού και την κατηφοριά εμείς τα παιδιά την από δύο φορές την ημέρα ! Γιατί ; Γιατί τότε είχαμε σχολείο πρωί και απόγευμα εκτός από τα απογεύματα Τετάρτης και Σαββάτου. Δηλαδή : Πρωί για το σχολείο κατήφορος. Το μεσημέρι για το σπίτι ανήφορος. Φαγητό ….στο πόδι και το απόγευμα ξανά κατήφορος για το σχολείο και μετά το μάθημα ανήφορος για το σπίτι. Αλλά …ξέφυγα.

Σαν φθάναμε στην αυλή της εκκλησίας περίμεναν και τα άλλα παιδιά. Όταν συγκεντρωνόμαστε όλοι κάποιο παιδί ειδοποιούσε το δάσκαλο, που ήταν ήδη στο ψαλτήρι , και αφού επιθεωρούσε αν ήταν όλοι μας έβαζε σε γραμμές κατά τάξη και χώρια τα κορίτσια από τα αγόρια . Ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός. Μπαίναμε ,λοιπόν, σε γραμμές στην εκκλησία. Αριστερά τα κορίτσια και δεξιά τα αγόρια. Τσιμουδιά, άχνα από εμάς τα παιδιά. Μας είχε μάθει ο δάσκαλος το τροπάριο « Η Γέννησις σου Χριστέ » και το ψέλναμε όλοι μαζί. Παππάς των παιδικών μου χρόνων ήταν ο Παπά-Αλέξης από τη Β. Ήπειρο. Αδύνατος, ξερακιανός , αυστηρός. Με μια μόνιμη μελαγχολία στο πρόσωπό του, στην έκφρασή του. Ρυτίδες, χαρακιές . Και πώς να μην ήταν . Έφυγε κυνηγημένος από τη Μάλτσιανη της Β. Ηπείρου από το καθεστώς του Χότζα. Ήλθε με την οικογένειά του στο νέο τόπο να μεγαλώσει τα παιδιά του. Εμείς τα παιδιά τον φοβόμαστε . Δεν θυμάμαι να τον είδα να χαμογελάσει μέσα στην εκκλησία. Πολύ πικραμένος άνθρωπος. Έχασε και τη γυναίκα του γρήγορα. Πάλι ξέφυγα !

Τελειώνοντας η εκκλησία παίρναμε το αντίδωρο. Θυμάμαι πως όσοι γιόρταζαν, είχαν την ονομαστική τους εορτή έπαιρναν μεγαλύτερο αντίδωρο σε μορφή ισοσκελούς τριγώνου, του οποίου η κορυφή των …ίσων πλευρών ξεκινούσε από το κέντρο της λειτουργιάς από το πετραχήλι του παπά. Το σημαντικό ήταν ότι οι λειτουργιές και τα υψώματα ήταν από « άσπρο, αγορασμένο άσπρο ψωμί» !

Οι μεγάλοι μετά το τέλος της εκκλησίας έβγαιναν στην αυλή της εκκλησίας όπου αντάλλαζαν ευχές. Εμείς τα παιδιά τρέχοντας πηγαίναμε στα σπίτια για να « φάμε τηγανίτες». Στρογγυλές, πλακουτσές με διάμετρο το πολύ δέκα εκατοστά. Δίπλωμα στα δύο ή κόψιμο στα τέσσερα και τις τρώγαμε λαίμαργα. Αν είχε ζάχαρη ακόμη καλύτερα. Τις ζαχαρώναμε…. κατά το αλευρώναμε σαν να ήταν ψάρια για τηγάνισμα. Μέλι ; Αστεία πράγματα. Που να βρεθεί. Πώς να το αγοράσεις. Έμενε το τυρί. Τυρί από το γάλα που είχαμε από τα« μανάρια», τις δύο τρεις οικόσιτες γίδες. Δικό μας. Τρώγαμε, τρώγαμε μέχρι που χορταίναμε. Το αλμυρό τυρί …ζητούσε νερό. Νερό από το λαγήνι και δρόμο για παιχνίδι. Παιχνίδια απλά , παιγνίδια που ανέπτυσσαν τη φιλία, την κοινωνικότητα, τη συνεργασία . Παιχνίδια με το χώμα, το ξύλο, την πέτρα.

Οι άντρες μετά τις ανταλλαγές των ευχών στην αυλή πήγαιναν στα καφενεία να πιουν καφέ ή ούζο. Κατά τις δέκα ξεκινούσαν για επίσκεψη σε όσους γιόρταζαν δηλαδή στις οικογένειες που είχαν Χρήστο. Και εκεί καφές, , τσιγάρο, ούζο. Βέβαια είχε προηγηθεί το « σήκωμα του υψώματος από τον παπά». Μέχρι το μεσημέρι είχαν τελειώσει τις επισκέψεις. Ώρα για φαγητό. Καθένας στο σπίτι του. Το απόγευμα ήταν σειρά των γυναικών να επισκεφθούν τα σπίτι που είχαν γιόρταζαν. Τα λουκούμια, το στάρι, το ύψωμα δεν τα έριχναν στην τσέπη του φουστανιού για τα παιδιά ! Έτσι έκλεινε η ημέρα των Χριστουγέννων. Όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα καλούσαν και συγγενείς το μεσημέρι ή το βραδύ. Με δύο-τρία ούζα παραπάνω έρχονταν στο κέφι και τραγουδούσαν και χόρευαν. Όσοι είχαν φλογέρα και ήξεραν να παίξουν ακόμη καλύτερα. Μία με το στόμα, μία με τη φλογέρα ! Ο πατέρας μου είχε μία σιδερένια φλογέρα. Και έπαιζε. Όταν είχε …όλα τα δόντια του έπαιζε ωραία. Με τις οδοντοστοιχίες « μου φεύγει ο αέρας » έλεγε!

Και η αποκορύφωση οι διακοπές για εμάς τα παιδιά. Ελευθερία, παιγνίδια. Βοηθούσαμε και τους γονείς. Τα αγόρια τον πατέρα και τα κορίτσια τις μανάδες. Το …κακό ήταν και οι πολλές εργασίες που μας έβαζε ο δάσκαλος. Και αλίμονο μας αν δεν τις είχαμε ετοιμάσει. Και δεν είχε άδικο γιατί τέλος Γενάρη γράφαμε γραπτές εξετάσεις του Α΄ Εξαμήνου. Στο τέλος του Ιουνίου του Β΄ Εξαμήνου. Από την Τρίτη τάξη ! Μαθαίναμε καλά γράμματα τότε. Ευγνωμονώ τους δικούς μου δασκάλους και όλους τους δασκάλους εκείνων των δύσκολων περιόδων της πατρίδας μας. Μάλιστα από τότε είχα κάνει τάμα να γράψω βιβλίο για τους δασκάλους που υπηρέτησαν στην Πλαταριά από το 1912-1913 μέχρι σήμερα. Και το βιβλίο είναι έτοιμο για έκδοση. Ξεπλήρωσα την υπόσχεσή μου .

Το μεσημέρι σήμερα πήγα στο Νεκροταφείο. Στους γονείς μου. Κάθισα στο μνήμα τους. « Κουβεντιάσαμε, θυμηθήκαμε ». Επισκέφθηκα όλα τα μνήματα που « κατοικούν» παλιοί συγχωριανοί μου. Μεγάλωσα μαζί τους. Είναι δικοί μου άνθρωποι. Χριστούγεννα έρχονται, πώς να μην πάω. Δική μου ανάγκη να τους ευχηθώ, να τους χαιρετήσω όπως «ΤΟΤΕ». Και αυτή η επίσκεψή μου έδωσε την αφορμή να γράψω τούτο κείμενο.

Καλά Χριστούγεννα « ΜΕΣΑ ΣΑΣ», στις ψυχούλες σας. 
Υγεία. Καλή δύναμη. Καλή υπομονή.

Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου 
Πλαταριά 15 προς 16 Δεκεμβρίου 2016




Bottom Ad [Post Page]

| Designed by Colorlib