Post Page Advertisement [Top]



Η ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΖΑΛΟΓΓΟ - Γράφει ο ΣΩΤΗΡΗΣ Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 


Ως γνωστόν το Σούλι λειτούργησε ως προμαχώνας της επανάστασης. Πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν αυτούς τους σκληροτράχηλους, αξιόμαχους και εμπειροπόλεμους ατρόμητους επαναστάτες ως συμμάχους για να συμπρωταγωνιστήσουν με τους άλλους κλέφτες στην κεντρική και Νότιο Ελλάδα στην επανάσταση του ΄21. Για να γίνει αυτό έπρεπε να «ξεριζωθούν» από την γη τους και για να το πετύχουν κάποιοι, τους ήθελαν διασπασμένους! 

Δεν είναι όμως του παρόντος η ενασχόληση μας με αυτό. 

Το Σούλι μετά από τον 3ετή και πλέον, αποκλεισμό των περασμάτων από τον Αλί πασά, τον Λιάπη τουρκαλβανό και τις στερήσεις των βασικών αγαθών, αναγκάστηκε να κάνει αξιοπρεπή συνθήκη για να φύγουν οι Σουλιώτες με τις οικογένειές τους. 

Μετά την ανατίναξη του Κουγκίου στις 13 Δεκεμβρίου 1803, βρήκε πρόφαση ο Αλί πασάς ότι παραβιάσθηκε η συνθήκη, διότι δεν του παραδόθηκαν τα μπαρουτόβολα όπως όριζε η συνθήκη. Αυτό βέβαια επειδή ως γνωστόν ανατινάχτηκαν τα πυρομαχικά στο Κούγκι. Αυτό ήταν αρκετό για να κυνηγήσει με μπαμπεσιά όσο και λύσσα τους οδοιπόρους πλέον και ανύποπτους Σουλιώτες, μαζί με τις οικογένειές τους, για να τους αφανίσει. 



Μετά την συνθηκολόγηση, οι Σουλιώτες έφυγαν από το Σούλι και το 1ο σώμα των Σουλιωτών έφτασε στην Πάργα, ακούγοντας πίσω του κάποιες τουρκαλβανικές τουφεκιές και εφ΄ όσον έμπαιναν ήδη στα όρια της Πάργας. 

Η 2η ομάδα των Σουλιωτών ερχόμενη να διέλθει από το Ζάλογγο δεν είχε την ίδια τύχη. Έφτασε στο Ζάλογγο, έναν οικισμό 10 σπιτιών και ομώνυμης Μονής (Αραβαντινός). Για να είναι ασφαλέστεροι, ανέβηκαν στο βουνό. Το πρωί 16 Δεκεμβρίου φάνηκε στους πρόποδες το πολυάριθμο σώμα των Αλβανών υπό τον Μπεκίρ Τζογαδώρο. 

Οι καταδίωκες Αλβανοί, επιστρέφοντες άπραγοι από τα όρια της Πάργας, πήραν διαταγή από τον Αλή να πάνε στο Ζάλογγο να εξολοθρεύσουν τους ήδη διαμένοντες 1.000 περίπου Σουλιώτες υπό τον Κίτσο Μπότσαρη και Κουτσονίκα οι οποίοι είχαν φτάσει εκεί προ 3 ημερών, βασισμένοι στις φιλοφρονήσεις και τα δώρα του Αλί. Όμως όταν αντίκρισαν τον υπεράριθμο στρατό του, αποφάσισαν οι οπλαρχηγοί να πουλήσουν ακριβά το αίμα τους! 

Οι Σουλιώτες με αρχηγούς Κ. Μπότσαρη, Ν. Κουτσονίκα, Κολέτση Φωτομάρα, Λ. Παλάσκα, κ.α., κλείστηκαν στην μονή μαζί με τα γυναικόπαιδα και κατάφεραν να αποκρούσουν τις εφόδους του εχθρού, 16 και 17 Δεκεμβρίου. Την επομένη ο Ν. Κουτσονίκας και όσοι πήγαν μαζί του, παραδόθηκαν στον Μπεκίρ Τζογαδώρο, δεδομένου ότι ήσαν βλάμηδες και προφανώς έδειξαν εμπιστοσύνη. 

Από τους υπολοίπους, 56 γυναίκες από τις οποίες πολλές είχαν μωρά παιδιά στην αγκαλιά τους και 13 άντρες κατέφυγαν πιο πέρα από την μονή, στα απόκρημνα βράχια. Όλοι οι άλλοι, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, με τα σπαθιά στα χέρια, αφού νύχτωσε, διέσχισε τους πολιορκητές Αλβανούς και σώθηκαν 147 από αυτούς, μαζί ο Κολέτσης Φωτομάρας και ο Λ. Παλάσκας. Τα γυναικόπαιδα τα συνέλαβαν εντός της μονής οι Αλβανοί και τα πήραν ως αιχμαλώτους. Οι γυναίκες που ήταν στα βράχια, βλέποντας ότι έρχεται και σε αυτές οι σειρά τους να ατιμαστούν με τον θάνατο της δουλείας, προτίμησαν να πιαστούν από τα χέρια με τα παιδιά τους και χορεύοντας ή όχι, να πέσουν από τα ψηλά βράχια στον γκρεμό, αφού πρώτα πέταξαν τα μικρά παιδιά που είχαν στην αγκαλιά! 

Αυτή η θυσία, συνεχίστηκε και την επομένη 19 Δεκεμβρίου, στην Ρηνιάσα με ένα τμήμα από 78 ψυχές που είχαν αποσπασθεί πριν από το Ζάλογγο. Μαζί φονεύθηκαν από τους Αλβανούς και 25 οικογένειες που έμεναν εκεί από καιρό. 

Τότε έγινε και άλλη σπαρακτική σκηνή, αποκορύφωση ηρωισμού και αυταπάρνησης θυσία, στου Δημουλά την κούλια ((πύργο)! Η Δέσπω Σέχου, γυναίκα του Γιώργη Μπότση, κατοίκου της Ρηνιάσας, ο οποίος έλειπε από το χωριό, με κόρες, νύφες, εγγόνια και άλλες συγγενείς γυναίκες, πολεμούσαν μέσα από τον Πύργο τους Αλβανούς. Όταν είδαν πια πως ανεβαίνουν οι Αλβανοί και δεν μπορούν να τους σταματήσουν, η Δέσπω έβαλε φωτιά στα λιγοστά αποθηκευμένα του πύργου, μπαρούτια! Τινάχτηκαν γυναίκες και παιδιά μαζί με κομμάτια του πύργου και εξυψώθηκαν προς την αιωνιότητα, πιστές στις αρχές που πρέσβευαν! 

Ας σημειώσουμε πως η δημώδης ποίηση μετά από χρόνια έβαλε στίχους να τραγουδάνε οι Σουλιώτισσες. Φυσικά, ποτέ σε εκείνη την τραγική ώρα δεν θα καθόντουσαν να συνθέσουν τραγούδι και να κάνουν στίχο και μάλιστα με…ρίμα σε καλαματιανό σκοπό, που αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξη και της Καλαμάτας! 

Ο Αλέξης Πολίτης καθηγητής του Παν/μίου Κρήτης, στο περιοδικό φιλόλογος «Ο Πολίτης», το 2005 επιβεβαιώνει πως το τραγούδι «Έχε για καημένε κόσμε», αναφέρεται 1η φορά το 1908. 

Όμως τα γεγονότα της εποχής, είναι αδιάψευστα. 

Την θυσία στο Ζάλογγο περιγράφει ο Κ. Παπαρηγόπουλος:όπως παρακάτω: 

«…καί τότε αί μεν γυναίκες, άφού προετίμησαν νά σφενδονίσωσιν είς την άβυσσον τά τέκνα ίνα μή ιδωσιν αυτά περιπίπτοντα είς χείρας τών πολεμίων, έπειτα άπεφάσισαν νά παρακολουθήσωσι τά φίλτατα εκείνα όντα, ούχί έν κλαυθμοίς καί όδυρμοίς, άλλά έν χοροίς καί άσμασι. Θυσία καταπληκτική, ήν ουδέποτε θέλουσιν έννοήσει αί παρούσαι γενεαί!...» 

Ακολούθησε κατά τα επόμενα χρόνια η δημώδης ποίηση να υμνεί την θυσία και η ιστορία να περιγράφει με ανάλογα λόγια εκείνων του Παπαρηγόπουλου. Έγινε σημείο αναφοράς και παράδειγμα της νεώτερης ιστορίας της Ελλάδος. 

Σπ. Π. Αραβαντινού Ιστορία «Αλή πασά του Τεπελενλή» 
Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου A 
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Bottom Ad [Post Page]

| Designed by Colorlib